Η ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΙΟΤΙΚΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΤΟΜΑΤΙΚΗ ΥΓΕΙΑ.

JANINE BARLOW BSC (HONS)

Τεχνική διευθύντρια Probiotics International Ltd.

Όπως γνωρίζουμε, υπάρχουν πλέον πολλές πληροφορίες στην διάθεση του κοινού για τη χρήση των προβιοτικών ως προς την ευεργετική τους επίδραση στο πεπτικό σύστημα. Τα τελευταία χρόνια, υπήρξε μεγάλο ενδιαφέρον για τη χρήση των προβιοτικών στη διατήρηση της καλής στοματικής υγείας και τη θεραπεία στοματικών λοιμώξεων. Λίγες μελέτες έχουν διεξαχθεί μέχρι σήμερα, αλλά εκείνες που έχουν ολοκληρωθεί, δείχνουν ότι πρόκειται για άλλον ένα τομέα στη μακροβιότητα και την ποιότητα ζωής, στον οποίο τα προβιοτικά διαδραματίζουν ζωτικό ρόλο.

Η στοματική κοιλότητα φιλοξενεί ευρύ φάσμα βακτηριακών ειδών, με τον Kazor και την ομάδα του να αναφέρει το 2003¹ ότι υπάρχουν περισσότερα από 600 είδη που αποικίζουν τη στοματική κοιλότητα. Αυτό περιλαμβάνει πολλούς οργανισμούς που δεν είναι ευρέως γνωστό ότι κατοικούν στον γαστρεντερικό (GI) σωλήνα, αλλά και πολλούς που είναι περισσότερο γνωστοί, όπως ,το Lactobacillus acidophilus, το Lactobacillus casei, το Lactobacillus fermentum, το Lactobacillus plantarum, το Lactobacillus rhamnosus και το Lactobacillus salivarius². Η ισορροπία όλων αυτών των μικροοργανισμών μπορεί εύκολα να διαταραχθεί και η επικράτηση των παθογόνων μπορεί να οδηγήσει σε διάφορα προβλήματα στοματικής υγείας, συμπεριλαμβανομένης της οδοντικής τερηδόνας, της περιοδοντίτιδας και της δυσοσμίας του στόματος.

Τερηδόνα

Η τερηδόνα (γνωστή και ως οδοντικές βλάβες) είναι ασθένεια κατά την οποία οι μεταβολικές δραστηριότητες βακτηρίων που εδρεύουν στη στοματική κοιλότητα προκαλούν βλάβες στη σκληρή δομή των δοντιών, οι οποίες χαρακτηρίζονται από την απομεταλλικοποίηση που προκαλούν τα οξέα που εκκρίνονται από τα συγκεκριμένα βακτήρια στο σμάλτο των δοντιών³. Αυτό οδηγεί στον σχηματισμό κουφαλών στην επιφάνεια του δοντιού. Οι αλλαγές στη μικροχλωρίδα της στοματικής κοιλότητας οδηγούν σε μία υπερανάπτυξη των διαφόρων βακτηρίων που ενδημούν εκεί, συμπεριλαμβανομένων των  Streptococcus sorbinus, Streptococcus mutans και Porphyromonas gingivalis, τα οποία έχουν αναγνωριστεί ως τα κυρίως υπεύθυνα για την ανάπτυξη τερηδόνας⁴˒⁵˒⁶.

Η τερηδόνα είναι μία από τις συχνότερες παθήσεις στον κόσμο, με μοναδική πιο διαδεδομένη ασθένεια το κοινό κρυολόγημα⁴, ενώ μπορεί να προκαλέσει πόνο, απώλεια δοντιών, μόλυνση και σε σοβαρές περιπτώσεις ακόμη και θάνατο. Ο σχηματισμός πλάκας στην επιφάνεια των δοντιών είναι ένας μηχανισμός με πολλά στάδια. Αρχικά προσκολλάται στα δόντια ο S.mutans και ακολούθως πολλαπλασιάζεται και συσσωρεύεται, σχηματίζοντας μία ενδημική, αμετακίνητη «κοινότητα» γνωστή ως βιοφίλμ. Τα βιοφίλμ αποτελούν πολύ σταθερούς σχηματισμούς οι οποίοι μπορούν να αντισταθούν σε χαμηλό pH, αντιμικροβιακά προϊόντα, καθώς και στέρηση θρεπτικων στοιχείων και οξυγόνου. Ο S.mutans παράγει επίσης μία βακτηριοκίνη, τη μουτακίνη, που δρα εναντίον άλλων ειδών στρεπτόκοκκου αλλά και άλλων, μη στρεπτοκοκκικών, gram-θετικών βακτηρίων⁷.

Η παραγωγή μουτακίνης βοηθά στον επαρκή αποικισμό του παθογόνου μικροβίου εντός της στοματικής κοιλότητας, γεγονός που οδηγεί σε τερηδόνα. Τα είδη Streptococcus παράγουν οξέα και δημιουργούν περιβάλλον χαμηλού pH στην οδοντική πλάκα, προκαλώντας έτσι απομεταλλικοποίηση του σμάλτου των δοντιών.

Η τερηδόνα αποτελεί κυρίαρχο πρόβλημα στις περισσότερες βιομηχανοποιημένες χώρες, επηρεάζοντας την πλειοψηφία των ενηλίκων και 60-90% των παιδιών σχολικής ηλικίας⁸. Η επιστημονική ομάδα Sohn και συνεργάτες⁹ βρήκε ότι υπήρχε κάποια σχέση μεταξύ της κατανάλωσης υδατανθρακούχων ποτών και της συχνότητας τερηδόνας στα παιδιά. Αυτό πιθανώς να οφείλεται στον S.mutans που έχει τη δυνατότητα να ζυμώνει τα σάκχαρα που περιέχονται στα ανθρακούχα ποτά, γεγονός που ευνοεί ακόμη περισσότερο την εδραίωσή τους στη στοματική κοιλότητα.

Με βάση την ποικιλομορφία της στοματικής μικροχλωρίδας και τους μηχανισμούς δράσης των ωφέλιμων βακτηρίων φαίνεται εύλογο το να έχουν τα προβιοτικά ευεργετική επίδραση στη μείωση της τερηδόνας. Ο πίνακας 1 παρέχει σύνοψη των μελετών που έχουν διεξαχθεί με θέμα την επίδραση των προβιοτικών στην τερηδόνα.

Περιοδοντική νόσος

Η περιοδοντική νόσος κατατάσσεται σε δύο κατηγορίες: την ουλίτιδα, η οποία αποτελεί φλεγμονή των ούλων και την περιοδοντίτιδα, η οποία αποτελεί προοδευτική ασθένεια που επηρεάζει όλους τους υποστηρικτικούς των δοντιών ιστούς. Οι κύριοι παθογόνοι παράγοντες που σχετίζονται με την περιοδοντίτιδα είναι οι P. gingivalis, Treponema denticola, Tannerella forsythia και Aggregatibacter actinomycetemcomitans¹⁴.

Έρευνες αποδεικνύουν επίσης, ότι αυτά τα παθογόνα έχουν το σύνθετο πλεονέκτημα να κατέχουν μία ποικιλία δηλητηριωδων παραγόντων, οι οποίοι τους επιτρέπουν να αποικίζουν σημεία κάτω από τα ούλα, να διαφεύγουν από το αμυντικό σύστημα του ξενιστή και να προκαλούν βλάβες σε ολόκληρη τη δομή του δοντιού¹⁴. Η επιστημονική ομάδα  Koll-Klais¹³ προσδιόρισε ότι τα στελέχη Lactobacillus gasseri και L. Fermentum βρίσκονται σε πληθώρα στη στοματική κοιλότητα των υγιών ατόμων σε σχέση με αυτή των ατόμων που έπασχαν από περιοδοντίτιδα.

Επιπλέον, οι ίδιοι ερευνητές ανακάλυψαν ότι οι λακτοβάκιλλοι αναστέλλουν την ανάπτυξη των περιοδοντοπαθογόνων, επιδεικνύοντας την επίδραση λακτοβάκιλλων στην στοματική κοιλότητα υγιών ατόμων.

Άλλη μελέτη¹⁵ καταλήγει στο ότι η καθημερινή κατανάλωση βακτηρίων γαλακτικού οξέος σε μορφή ροφήματος μειώνει το βάθος των τερηδονισμών και την απώλεια της κλινικής προσκόλλησης (μεταξύ ούλου και υποκείμενου οστού) σε σχέση με τα άτομα που κατανάλωναν λιγότερα από αυτά τα ροφήματα. Μία άλλη ομάδα ατόμων που κατανάλωνε καθημερινά προϊόντα τυριού και γάλακτος δεν απέδιδε τα ίδια χαρακτηριστικά.

Κακοσμία

Υπάρχουν αρκετοί λόγοι που προκαλούν κακοσμία (αναπνοή με άσχημη μυρωδιά) – η κατανάλωση συγκεκριμένων τροφών, οι μεταβολικές διαταραχές και οι λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος- όμως αυτή η κακοσμία συνήθως σχετίζεται με ανισορροπία της συμβιωτικής μικροχλωρίδας της στοματικής κοιλότητας¹⁶.

Βιβλιογραφική αναφορά Στέλεχος Μελέτη
Náse et al, 2001¹⁰ L. rhamnosus Η χρήση συμπληρωμάτων L. Rhamnosus σε παιδιά 1-6 ετών, επί 7 μήνες, μείωσε σημαντικά τον κίνδυνο τερηδόνας.
Strahnic et al, 2007¹¹ L. salivarius & L. fermentum Και τα δύο στελέχη επέδειξαν δράση ανταγωνιστική προς την ανάπτυξη του S.mutans και Streptococcus pneumonia. To L. Salivarius ήταν ικανό να επιβιώσει σε πειρβάλλον με χαμηλό pH, όπως αυτό που παρ’αγεται από υψηλό αριθμό στελεχών S.mutans.
Chung et al, 2004¹² L. fermentum Το L.fermentum ανιχνεύτηκε στο σάλιο υγιών παιδιών. Αυτό το στέλεχος περιόριζε σημαντικά τον σχηματισμό της αδιάλυτης γλυκάνης που παράγεται από τον S.mutans. Δεν επηρέαζε τον πολλαπλασιασμό των παθογόνων στελεχών, όμως ανέστελε εντελώς την προσκόλλησή τους στις κοιλότητες των τοιχωμάτων των δοντιών.
Stamatova et al, 2007⁶ L. rhamnosus & Lactobacillus bulgaricus Ασκεί ανασταλτικά φαινόμενα στα : P. gingivalis, Fusobacterium nucleatum & streptococcal spp
Koll-Klais et al, 2005¹³ Διάφορα στελέχη λακτοβάκιλλων 69% των στελεχών αυτών κατέστειλαν τον S.mutans και 82% κατέστειλαν τον P.gingivalis

Αν και η κακοσμία μπορεί να είναι πολύ ντροπιαστική, και να επηρεάζει τις προσωπικές μας σχέσεις, καθώς και τη γενικότερη επικοινωνία μας, δεν κατατάσσεται ψηλά ως λόγος επίσκεψης στον οδοντίατρο. Πρόκειται για πάθηση που πιστεύεται ότι επηρεάζει το ένα τρίτο του παγκόσμιου πληθυσμού¹.

Μία στοματική μικροχλωρίδα σε ανισορροπία έχει σχετιστεί με την παραγωγή δύσοσμων ουσιών που ονομάζονται πτητικές θειϊκές ενώσεις(VSCs). Αυτές αποτελούν παραπροϊόντα της βιολογικής αποδόμησης των πρωτεϊνών, του αίματος, των μουκινών που παράγονται στο σάλιο και ιχνών φαγητών που μένουν στις στοματικές επιφάνειες¹.

Η επιστημονική ομάδα Kazor και συνεργάτες¹ εξέτασε τα είδη των βακτηρίων που ανιχνεύθηκαν στη γλώσσα ασθενών με κακοσμία και σύγκριναν τα ευρήματα με αυτά από την γλώσσα ατόμων που θεωρούνταν υγιή. Τα είδη που βρέθηκαν να σχετίζονται περισσότερο με την κακοσμία είναι τα Atopobium parvulum, Eubacterium sulci, Fusobacterium periodonticum. Στην ίδια μελέτη το στέλεχος Streptococcus salivarius βρέθηκε να έχει την πιο πληθωρική παρουσία στο στόμα υγιών ατόμων, και αυτό πιστεύεται ότι οφείλεται στην ικανότητα του S. Salivarius να παράγει βακτηριοκίνες, οι οποίες θα μπορούσαν να συνεισφέρουν στη μείωση του αριθμού των βακτηρίων που παράγουν πτητικές θειϊκές ενώσεις⁵.

Συμπέρασμα

Τα πρόσφατα ευρήματα για τη χρήση των προβιοτικών ενάντια στις στοματικές παθήσεις είναι πολύ ενθαρρυντικά. Αν και τα στοιχεία σε σχέση με την περιοδοντίτιδα είναι λιγότερα από αυτά σχετικά με την τερηδόνα, είναι βέβαιο ότι αν η τερηδόνα περιοριστεί, τότε είναι λιγότερο πιθανό να παρουσιαστεί περιοδοντίτιδα. Χρειάζονται περισσότερες έρευνες πάνω σε αυτό το πεδίο, όμως η χρήση των προβιοτικών για τη διαχείριση της στοματικής μικροχλωρίδας φαίνεται να είναι ένας καλός επιπρόσθετος τρόπος να ελέγξουμε τις συνθήκες του στόματος, οι οποίες επηρεάζουν τόσους πολλούς ανθρώπους.

Βιβλιογραφικές αναφορές

  1. Kazor CE, Mitchell PM, Lee AM, Stokes LN, Loesche WJ, Dewhirst FE, Paster BJ. 2003. Diversity of bacterial populations on the tongue dorsa of patients with halitosis and healthy patients. J. Clin. Microbiol. 41(2): 558-563.
  2. Teanpaisan R, and Dahlen G. 2006. Use of Polymerase chain reaction techniques and sodium dodecyl sulphate-polyacrylamide gel electrophoresis for differentiation of oral Lactobacillus species. Oral Microbiol Immunol. 21(2): 79-83.
  3. Selwitz RH, Ismail AI, Pitts NB. 2007. Dental Caries. Lancet. 369 (9555).
  4. Islam B, Khan S, Khan A. 2007. Dental Caries: From Infection to Prevention. Med Sci Monit. 13(11): RA196-203.
  5. Bonifait L, Chandad F, Grenier D. 2009. Probiotics for Oral Health: Myth or reality? JCDA. 75(8): 555-590.
  6. Stamatova I, Kari K, Meurman H. 2007. In Vitro evaluation of antimicrobial activity of putative probiotic lactobacilli against oral pathogens. Intl. J. Probiotics and Prebiotics. 2(4): 225-232.
  7. Hamada S, Ooshima T. 1975. Production and properties of bacteriocins (mutacins) from Streptococcus mutans. Arch Oral Biol. 20: 641-48.
  8. WHO. 2000. What is the burden of Oral Disease? (online). (Accessed January 2010). Available from: www.who.int/oral_health/disease_burden/global/en/print.html.
  9. Sohn W, Burt BA, Sowers MR. 2006. Carbonated soft drinks and dental caries in the primary dentition. J Dent Res. 85(3): 262-6. Βιβλιογραφικές αναφορές
  10. Nase L, Hatakka K, Savilahti E, Saxelin M, Ponka A, Poussa T, Meurman JH. 2001. Effect of long term consumption of a probiotic bacterium Lactobacillus rhamnosus GG, in milk on dental caries and caries risk in children. Caries Res. 35: 412-420.
  11. Strahinic I, Busarcevic M, Pavlica D, Milasin J, Golic N, Topisirovic L. 2007. Molecular and biochemical characterizations of human oral lactobacilli as putative probiotic candidates. Oral Microbiol Immunol. 22(2): 111-7.
  12. Chung J, Ha ES, Park HR, Kim S. 2004. Isolation and characterization of Lactobacillus species inhibiting the formation of Streptococcus mutans biofilm. Oral Microbiol Immunol. 19(3): 214-6.
  13. Koll-Klais P, Mandar R, Leibur E, Marcotte H, Hammarstrom L, Mikelsaaer M. 2005. Oral Lactobacilli in chronic periodontitis and periodontal health: species composition and antimicrobial activity. Oral Microbiol Immunil. 20(6): 354-61.
  14. Houle MA, Grenier D. 2003. Maladies paradontales: Connaisances actuelles. Current Concepts in periodontal diseases. Medicine et maladies infectieuses. 33(7): 331-40.
  15. Shimazaki Y, Shirota T, Uchida K, Yonemoto K, Kiyohara Y, Iida M, Saito T, Yamashita Y. 2008. Intake of dairy products and periodontal disease: the Hisayama Study. J Periodontol. 79(1): 131-7.
  16. Scully G, Greenman J. 2008. Halitosis (breath Odor). Periodontology 2000. 48: 667-75.