ΤΑ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΑ ΠΡΟΒΙΟΤΙΚΩΝ ΚΑΙ Η ΥΓΕΙΑ ΤΟΥ ΕΝΤΕΡΟΥ.

ΕΙΝΑΙ ΕΥΡΕΩΣ ΑΠΟΔΕΚΤΟ ΟΤΙ ΤΑ ΕΥΕΡΓΕΤΙΚΑ ΜΙΚΡΟΒΙΑ ΒΕΛΤΙΩΝΟΥΝ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ ΤΟΥ ΕΝΤΕΡΟΥ, ΑΛΛΑ ΠΟΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ;

PETER CARTWRIGHT MSC MA

 

Αυτό το άρθρο περιγράφει εννέα καταστάσεις που βελτιώνονται με τη χρήση των προβιοτικών, με σειρά ισχύος των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων για τη δράση τους, ξεκινώντας από την πληρέστερα αποδεδειγμένη δράση.

Λοιμώδης (μεταδοτική) διάρροια

Η λοιμώδης διάρροια είναι μία εντερική διαταραχή που προκαλείται από κάποιο παθογόνο μικρόβιο. Μία από τις αντιδράσεις του σώματος σε μια τέτοια λοίμωξη είναι να προσπαθήσει να απομακρύνει το μικρόβιο από το έντερο μηχανικά. Aυτό επιτυγχάνεται με την αύξηση του όγκου του νερού που ρέει από το υπόλοιπο σώμα προς το έντερο, σε συνδυασμό με την αύξηση των συσπάσεων των λείων μυϊκών ινών του εντέρου. Αυτές οι δύο μεταβολές προκαλούν αυξημένη διέλευση υγρών και καθαρίζουν το έντερο, όπως όταν «τραβάμε το καζανάκι» («flush out» effect).  Με περισσότερο νερό στο έντερό του και τα περιεχόμενα να μετακινούνται πιο γρήγορα, ο ασθενής βιώνει την αίσθηση της κίνησης υγρών μέσα στο έντερό του, ενώ η υπερπροσπάθεια των εντερικών μυών προκειμένου να διαχειριστούν αυτές τις μεγάλες ποσότητες υγρών, συχνά προκαλεί και στομαχικές κράμπες.

Στις αναπτυγμένες χώρες η λοιμώδης διάρροια εμφανίζεται με πολύ μειωμένη συχνότητα σε σχέση με παλιότερα, λόγω των βελτιωμένων συνθηκών γενικής υγιεινής. Συνήθως πρόκειται για περιστατικά που αυτοϊαίνονται σε διάστημα τριών-τεσσάρων ημερών, γι’αυτό και για τους περισσότερους ανθρώπους στις αναπτυγμένες χώρες η λοιμώδης διάρροια δεν προκαλεί μεγάλη ανησυχία. Πρόκειται περισσότερο για δυσάρεστη ενόχληση, ιδίως αν παρουσιαστεί στις διακοπές/γιορτές. Ωστόσο αποτελεί σοβαρό πρόβλημα για τις ευπαθείς ομάδες, συμπεριλαμβανομένων των βρεφών, των ηλικιωμένων και των ενδονοσοκομειακών ασθενών.

Συγκεκριμένα τα μικρά παιδιά είναι ευαίσθητα στην αφυδάτωση από την απώλεια υγρών που προκαλεί η διάρροια, γι’ αυτό και είναι πολύ σημαντικό να τους χορηγούμε ειδικά διαλύματα ενυδάτωσης από του στόματος. Τα προβιοτικά παίζουν επίσης κάποιον ρόλο, επειδή είναι βέβαιο ότι επιταχύνουν την ανάρρωση τόσο από ιογενείς όσο και από βακτηριακές λοιμώξεις.

Περισσότερες από 25 τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές (RCTs) έχουν εκπονηθεί με αντικείμενο άτομα που πάσχουν από λοιμώδη διάρροια, στην πλειοψηφία τους παιδιά. Σχεδόν κάθε δοκιμή καταδεικνύει κάποιο όφελος από τα προβιοτικά. Η διάρκεια της εντερικής διάρροιας μειώθηκε κατά μέσο όρο κατά 31 ώρες.

Νεκρωτική εντεροκολίτιδα (ΝΕΚ)

Είναι εντερική πάθηση που επηρεάζει περίπου το 10% των νεογνών με πολύ χαμηλό βάρος γέννησης. Είναι επικίνδυνη, επειδή παρουσιάζει θνησιμότητα που φτάνει έως και το ένα πέμπτο των πασχόντων. Εκπονήθηκαν εννέα ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές, εμπλέκοντας 1.400 πρόωρα νεογνά, και σε καθεμία από αυτές σημειώθηκε ουσιαστική μείωση της συχνότητας της ΝΕΚ στα νεογνά που κατανάλωναν προβιοτικά. Η συχνότητα ήταν μειωμένη κατά μέσο όρο κατά τα 2/3 σε σχέση με τα νεογνά που δεν λάμβαναν προβιοτικά.

Δυσανεξία λακτόζης

Ο όρος «δυσανεξία λακτόζης» αναφέρεται στην ανικανότητα ορισμένων ενηλίκων να πέψουν το σάκχαρο λακτόζη, το οποίο υπάρχει στο γάλα. Η λακτόζη μεταβολίζεται από το ένζυμο λακτάση, οπότε αν ο οργανισμός παράγει πολύ λίγη λακτάση, η άπεπτη λακτόζη προκαλεί εντερικές διαταραχές.

Το μεγαλύτερο μέρος του ενήλικου πληθυσμού έχει δυσανεξία στη λακτόζη, αν και μπορεί να είναι σε θέση να μεταβολίσει μικρές ποσότητες γάλακτος (έως 25 γραμμάρια την ημέρα) χωρίς δυσκολία. Όμως ποσότητες μεγαλύτερες από αυτήν προκαλούν συμπτώματα όπως υπερβολικά αέρια, φούσκωμα, διάρροια, κράμπες, γουργουρητό της κοιλιάς και μετεωρισμό. Σε σοβαρότερες περιπτώσεις μπορεί να παρατηρηθούν ναυτία και εμετός.

Τα υπερβολικά αέρια πιθανότατα προκαλούνται κατά τη ζύμωση της λακτόζης από τη μόνιμη εντερική μικροχλωρίδα. Η διάρροια μπορεί να προκαλείται ως ωσμωτική απάντηση στη λακτόζη, διατηρώντας τα υψηλά επίπεδα νερού στα κόπρανα.

Αρκετές έρευνες καταδεικνύουν καλύτερη πέψη της λακτόζης και μείωση του μετεωρισμού σε άτομα με δυσανεξία στη λακτόζη, τα οποία κατανάλωσαν ζωντανό γιαούρτι αντί για γάλα. Τα συμπτώματα μειώθηκαν περίπου κατά τα δύο τρίτα. Ο λόγος που το γιαούρτι είναι βοηθητικό, είναι ότι  περιέχει δύο βακτήρια που μετατρέπουν το γάλα σε γιαούρτι, τα  Lactobacillus bulgaricus και Streptococcus thermophilus, τα οποία παράγουν σημαντικές ποσότητες του ενζύμου λακτάση. Έχουν την ικανότητα να μεταβολίζουν την λακτόζη που υπάρχει μέσα στο προϊόν ζωντανού γιαουρτιού, αλλά συνεχίζουν επίσης να την μεταβολίζουν και στο λεπτό έντερο αφού καταναλωθεί το γιαούρτι. Επιπλέον το γιαούρτι έχει αργότερη κάθοδο στο έντερο σε σχέση με το γάλα, αφήνοντας έτσι περισσότερο χρόνο στη λακτάση του εντέρου να μεταβολίσει τη λακτόζη.

Τα λυοφιλοποιημένα προϊόντα προβιοτικών που περιέχουν στελέχη γνωστά για το ότι παράγουν το ένζυμο λακτάση μπορούν επίσης να βοηθήσουν στη μείωση της δυσανεξίας στη λακτόζη.

Διάρροια σχετιζόμενη με αντιβιοτικά

Παρά τα σημαντικά οφέλη που έχουμε αποκομίσει από τα αντιβιοτικά κατά το διάστημα από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά στη θεραπεία των βακτηριακών λοιμώξεων, και τις αμέτρητες ζωές που έχουν σώσει, είναι γεγονός ότι μπορούν να προκαλέσουν και πλήθος παρενεργειών. Μία από αυτές είναι η τάση τους να ευνοούν την ανάπτυξη ανθεκτικών βακτηριακών στελεχών, πράγμα που στη συνέχεια μειώνει την αποτελεματικότητα του ίδιου του αντιβιοτικού. Μία άλλη παρενέργεια είναι η τάση των αντιβιοτικών να διαταράσσουν την εντερική μικροχλωρίδα, κάτι που καθιστά το άτομο ευάλωτο σε επακόλουθες μολύνσεις από παθογόνους μικροοργανισμούς.

Τέτοιες μολύνσεις του εντέρου συνήθως οδηγούν σε διάρροια, η οποία και χαρακτηρίζεται «διάρροια σχετιζόμενη με αντιβιοτικά» ή «διάρροια εξ αντιβιοτικών» (ΔΣΑ). Το ποσοστό των ατόμων που εμφανίζουν ΔΣΑ μετά από μία αντιβιοτική αγωγή είναι περίπου 20%. Πολλές τέτοιες περιπτώσεις λοιμώξεων είναι σχετικά ήπιες, όμως κάποιες μπορεί να είναι και πιο σοβαρές. Περίπου στο ένα πέμπτο των περιστατικών ΔΣΑ το παθογόνο μικρόβιο που ευθύνεται είναι το Clostridium difficile. Η εξουδετέρωση αυτού του παθογόνου βακτηρίου μπορεί να αποβεί δύσκολη, επειδή σχηματίζει σπόρια, τα αποία παραμένουν αδρανή και αναπτύσσονατι ξανά σε δεύτερο χρόνο. Μία λοίμωξη από  Clostridium difficile, μπορεί επίσης να προκαλέσει σοβαρή πάθηση γνωστή ως ψευδομεμβρανώδη κολίτιδα.

Υπάρχει μεγάλος αριθμός μελετών που αναφέρουν ότι τα προβιοτικά απέτρεψαν την ΔΣΑ, αν και δεν αποδεικνύεται από όλες τις μελέτες η αποτελεσματικότητα των προβιοτικών. Στις έρευνες που το αποδεικνύουν με επιτυχία, τα προβιοτικά λαμβάνονταν κυρίως την ίδια ώρα με το αντιβιοτικό και συνήθως η λήψη συνεχιζόταν για τουλάχιστον μία εβδομάδα μετά τη λήξη της ολοκλήρωσης της αντιβιοτικής αγωγής. Σε αυτές τις μελέτες, τα άτομα που λάμβαναν προβιοτικά μείωσαν τον κίνδυνο ανάπτυξης ΔΣΑ περίπου κατά τα δύο τρίτα.

Ελκώδης κολίτιδα (ΕΚ)

Η ελκώδης κολίτιδα είναι χρόνια πάθηση που επηρεάζει το παχύ έντερο, ιδίως το σιγμοειδές κόλον και το ορθό. Περιλαμβάνει επίμονη φλεγμονή της επένδυσης του εντερικού τοιχώματος, η οποία οδηγεί σε έλκη (ανοιχτές πληγές). Τα συμπτώματα είναι η σοβαρή διάρροια και η αίσθηση της ανάγκης, που συνήθως δεν καταλήγει σε αφόδευση. Ορισμένες φορές ανιχνεύονται αίμα, βλέννη και πύον στα κόπρανα. Μπορεί επίσης να παρουσιάζονται επώδυνες κοιλιακές κράμπες, κόπωση και πυρετός.

Στη Μεγάλη Βρετανία πάσχουν περίπου 90.000 άτομα από ΕΚ. Συνήθως εμφανίζεται κατά τα πρώτα χρόνια της ενηλικίωσης, αν και μπορεί να ξεκινήσει σε οποιαδήποτε ηλικία. Δεν είναι λοιμώδης πάθηση. Σε σοβαρές περιπτώσεις, μπορεί να χρειάζεται να αφαιρεθεί χειρουργικά ολόκληρο το παχύ έντερο.

Συνήθως υπάρχουν περίοδοι που τα συμπτώματα βρίσκονται σε αναστολή. Ο στόχος της θεραπείας είναι να ελέγξουμε την ενεργή ασθένεια και να αυξήσουμε το χρονικό διάστημα που η ασθένεια βρίσκεται σε ύφεση. Συνταγογραφούνται αντιφλεγμονώδη φάρμακα υπάρχει όμως ακόμα σημαντικό περιθώριο βελτίωσης της θεραπείας.

Τα προβιοτικά εξετάστηκαν ως επικουρικό μέσο στη σταθερή φαρμακευτική αγωγή όταν ανακαλύφθηκε ότι τα μικρόβια που ζουν στην επιφάνεια του εντερικού τοιχώματος (δηλ. στον βλεννογόνο) διέφεραν μεταξύ των πασχόντων από ΕΚ και του γενικού πληθυσμού. Η εντερική μικροχλωρίδα των ατόμων που έπασχαν από ΕΚ περιείχε λιγότερα lactobacilli και bifidobacteria (τα οποία είναι προβιοτικά βακτήρια) και περισσότερα παθογόνα στελέχη E.coli.

Διεξάχθηκαν οχτώ τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές σε άτομα με ΕΚ εκ των οποίων οι επτά έδειξαν σημαντικά οφέλη. Στις επτά επιτυχημένες δοκιμές τα προβιοτικά φάνηκαν να παρατείνουν τις περιόδους ύφεσης και να μειώνουν την ενεργή πάθηση.

Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου

Το Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου (ΣΕΕ) είναι συχνή πάθηση η οποία επηρεάζει το 10-15% του πληθυσμού. Όπως και η ΕΚ, επηρεάζει το παχύ έντερο, όμως, σε αντίθεση με την ΕΚ, δεν υπάρχει καμία εμφανής βλάβη στο εντερικό τοίχωμα. Η αιτία του είναι άγνωστη, και τα συμπτώματα είναι διαταραχές της κινητικότητας του εντέρου (διάρροια ή δυσκοιλιότητα), φούσκωμα, μετεωρισμός και κοιλιακή δυσφορία που ανακουφίζεται με την απελευθέρωση αερίων ή κοπράνων.

Η θεραπεία του ΣΕΕ είναι συχνά ανεπιτυχής, αν και μερικές φορές βοηθούν απλές αλλαγές στο διαιτολόγιο. Μία από τις θεωρίες που επικρατούν σχετικά με την αιτία που το προκαλεί, είναι ότι οι άνθρωποι με ΣΕΕ έχουν μία «χαμηλού βαθμού» φλεγμονή του εντέρου, η οποία πιθανότατα δημιουργείται μετά από κάποιο κρούσμα μικροβιακής λοίμωξης του εντέρου. Αυτό θεωρείται ότι καθιστά το έντερο «υπερευαίσθητο».

Θεωρείται ότι μία εντερική λοίμωξη η οποία ξεπεράστηκε από το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού έχει αφήσει κάποια δυσλειτουργία ως κατάλοιπο. Είναι σαν το ανοσοποιητικό σύστημα να μην έχει αναστείλει πλήρως τη διαδικασία της φλεγμονής που ενεργοποίησε προκειμένου να καταπολεμήσει το παθογόνο μικρόβιο. Αυτή η εξήγηση υποστηρίζεται και από τα στατιστικά στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία το 25-30% των ατόμων με ΣΕΕ πέρασαν κάποιο επεισόδιο οξείας λοιμώδους διάρροιας πριν εκδηλώσουν το ΣΕΕ. Επίσης, αυτή η κατηγορία ασθενών είναι πιθανότερο να εμφανίζει και το σύνδρομο διαρρέοντος εντέρου, οπότε λόγω αυτού είναι και ευκολότερο να διαπεράσουν τα μικρόβια το εντερικό τους τοίχωμα. Γι’ αυτό τον λόγο δεν προκαλεί έκπληξη το ότι οι ασθενείς που εκδήλωσαν ΣΕΕ μετά από λοίμωξη έχουν περισσότερα λεμφοκύτταρα στον βλεννογόνο του εντέρου τους, υποδεικνύοντας κάποια φλεγμονώδη διαδικασία σε  εξέλιξη.

Έρευνες στις οποίες χρησιμοποιήθηκαν προβιοτικά είχαν ανάμεικτα αποτελέσματα σε σχέση με την επίδρασή τους στο ΣΕΕ, όμως οι πιο πρόσφατες έρευνες υπήρξαν θετικές. Σε αυτές τις πιο πρόσφατες έρευνες, τα συμπτώματα μειώθηκαν, ειδικά το φούσκωμα και ο μετεωρισμός.  Σε μελέτη, ένα είδος προβιοτικών (Bifidobacterium infantis) μείωνε τα συμπτώματα, ενώ ένα άλλο είδος (Lactobacillus salivarius) είχε μικρή ή καμία επίδραση. Αυτός πιθανόν να είναι και ο λόγος που δεν βοηθούν όλα τα προβιοτικά στο ΣΕΕ. Έρευνες μεγαλύτερης κλίμακας θα βοηθήσουν να απαντηθεί αυτό το ερώτημα.

Γαστρίτιδα και στομαχικά έλκη

Το Helicobacter pylori είναι βακτήριο που προκαλεί γαστρίτιδα, κατάσταση που χαρακτηρίζεται από φλεγμονή του περιβλήματος του στομάχου. Αυτή η λοίμωξη είναι πολύ κοινή, με τον μισό περίπου παγκόσμιο πληθυσμό να έχει μολυνθεί. Στις αναπτυγμένες χώρες απαντάται στο 20% περίπου των ατόμων ηλικίας μέχρι 30 ετών, και στο 50% περίπου των άνω των 60.

Η μεγάλη πλειοψηφία των προσβεβλημένων ατόμων (περίπου 85%) δεν εμφανίζουν συμπτώματα και δεν αντιλαμβάνονται ότι έχουν κάποια λοίμωξη. Τα συμπτώματα της γαστρίτιδας είναι κοιλιακός πόνος, ναυτία και εμετός.

Η καθιερωμένη θεραπεία για την εξουδετέρωση του H. pylori περιλαμβάνει τη χρήση τριών φαρμάκων ταυτόχρονα. Η ανάγκη χρήσης τριών φαρμάκων υποδεικνύει το πόσο δύσκολη είναι η εξάλειψη της λοίμωξης. Τα δύο από αυτά τα φάρμακα είναι αντιβιοτικά, και, με ολοένα αυξανόμενο ρυθμό, εμφανίζονται στελέχη Helicobacter ανθεκτικά σε αυτά. Σε αυτές τις περιπτώσεις προστίθεται και άλλο ένα αντιβιοτικό στην φαρμακευτική αγωγή, οπότε προκύπτει μία «θεραπευτική τετράδα».

Εφόσον περιλαμβάνει πολλαπλά φάρμακα, η θεραπεία είναι αρκετά ακριβή,και στο 10% περίπου των περιστατικών αποτυγχάνει. Παρενέργειες όπως  ο εμετός, η διάρροια, η ναυτία και οι διαταραχές γεύσης είναι συχνές κατά την φαρμακευτική αγωγή.

Τα προβιοτικά δοκιμάστηκαν, όμως δεν είχαν επιτυχία στο να εξαλείψουν το H. pylori όταν χρησιμοποιήθηκαν μεμονωμένα. Ωστόσο, πολλές μελέτες κατέληξαν στο ότι, όταν τα προβιοτικά χρησιμοποιηθούν σε συνδυασμό με τα καθιερωμένα φάρμακα, ο ρυθμός της εξάλειψης είναι μεγαλύτερος από ότι στη μεμονωμένη φαρμακοθεραπεία. Επιπλέον, η εμφάνιση παρενεργειών μειώνεται στο μισό.

Δυσκοιλιότητα

Ως δυσκοιλιότητα ορίζεται η μη συχνή και δύσκολη αφόδευση, με σκληρά (αφυδατωμένα) κόπρανα. Σύμφωνα με έρευνες, στις αναπτυγμένες χώρες το ποσοστό του πληθυσμού που υποφέρει από δυσκοιλιότητα ανέρχεται περίπου στο 15%. Στις γυναίκες το ποσοστό είναι αναλογικά μεγαλύτερο. Η δυσκοιλιότητα όχι μόνο προκαλεί αίσθημα γενικής κοιλιακής δυσφορίας, αλλά η υπερβολική προσπάθεια κατά την αφόδευση μπορεί να ασκήσει μεγάλη πίεση στην περιοχή του πρωκτού, με την πιθανότητα αρνητικών συνεπειών, όπως  οι αιμορροΐδες («ζοχάδες»).

Μία πρωταρχική αιτία της δυσκοιλιότητας είναι η έλλειψη φυτικών ινών από τη διατροφή. Άλλοι παράγοντες μπορεί να είναι η έλλειψη άσκησης ή η λήψη συγκεκριμένων φαρμάκων, όπως τα αντικαταθλιπτικά.

Η κύρια προσέγγιση στην αντιμετώπιση της δυσκοιλιότητας είναι η αύξηση της ποσότητας των φυτικών ινών στη διατροφή, με την κατανάλωση περισσότερων φρούτων και λαχανικών, σε συνδυασμό με την κατανάλωση ψωμιού και δημητριακών ολικής άλεσης. Το μοναδικό μειονέκτημα μίας δίαιτας πλούσιας σε φυτικές ίνες είναι ότι μερικές φορές προκαλεί φούσκωμα και μετεωρισμό, συμπτώματα εξαιρετικά άβολα, που οφείλονται στην παραγωγή υπερβολικής ποσότητας αερίων στα έντερα από τα βακτήρια της μικροχλωρίδας.

Σε μικρό ποσοστό ανθρώπων, μία δίαιτα πλούσια σε φυτικές ίνες δεν αρκεί για να λύσει πλήρως το πρόβλημα της δυσκοιλιότητας. Σε αυτές τις περιπτώσεις, υπάρχουν διάφορα φάρμακα με υπακτική δράση, όμως τα υπακτικά δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για μεγάλα χρονικά διαστήματα, μιας και ενδέχεται να ενθαρρυνθεί με αυτόν τον τρόπο η εξασθένιση των φυσικών συσπάσεων (περισταλτισμών) των μυών του εντέρου. Η αντιμετώπιση του πόνου που μπορεί περιστασιακά να προκληθεί από τη δυσκοιλιότητα αποτελεί επίσης ένα πρόβλημα, επειδή τα κυρίως χρησιμοποιούμενα παυσίπονα, τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) προκαλούν δυσκοιλιότητα.

Υπάρχουν αρκετές μελέτες που υποστηρίζουν ότι τα προβιοτικά ανακουφίζουν τη δυσκοιλιότητα. Η βελτίωση μεταφραζόταν σε αυξήσεις κατά 20-50% του αριθμού των εβδομαδιαίων κενώσεων.

Καρκίνος του παχέος εντέρου

Μία από τις περιοχές του σώματος που προσβάλλονται συχνότερα από καρκίνο είναι το παχύ έντερο, ιδίως το τελευταίο τμήμα του κατιόντος κόλου και ο πρωκτός. Η αιτία του καρκίνου του παχέος εντέρου δεν είναι ξεκάθαρη, αν και η διατροφή θεωρείται ένας από τους παράγοντες. Μπορεί επίσης να εμπλέκεται η εντερική μικροχλωρίδα. Το μείγμα των βακτηριακών ειδών της μικροχλωρίδας στα κόπρανα ατόμων που ανήκαν σε ομάδες υψηλού κινδύνου για καρκίνο παχέος εντέρου διέφερε σε σχέση με αυτό των ατόμων στις ομάδες χαμηλού κινδύνου.

Ορισμένοι τύποι βακτηρίων της εντερικής μικροχλωρίδας μετατρέπουν τις ουσίες σε πιθανώς καρκινογόνα μόρια. Αυτό το επιτυγχάνουν με τη χρήση συγκεκριμένων ενζύμων. Σε εργαστηριακά πειράματα τα προβιοτικά έδειξαν να μειώνουν την παραγωγή τέτοιων βλαβερών ενζύμων.

Χορηγήθηκαν προβιοτικά σε ζώα με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου και κατόπιν οι ερευνητές ανέμεναν να παρατηρήσουν τα ποσοστά εμφάνισης όγκων ή πρώιμων σημαδιών βλάβης στην εντερική επιφάνεια (Aberrant crypt foci-ACF=εστίες κυττάρων με ανώμαλη, σωληνοειδή μορφή). Εκπονήθηκαν δέκα μελέτες πάνω σε ζώα και όλες κατέδειξαν θετική επίδραση των προβιοτικών, με μία μείωση κατά περίπου 50% του αριθμού των εμφανιζόμενων ACF.

Μελέτη σε ανθρώπους εξέτασε την επίδραση των προβιοτικών σε ασθενείς με καρκίνο του παχέος εντέρου οι οποίοι είχαν προηγουμένων υποστεί αφαίρεση κακοήθων πολυπόδων. Χορηγήθηκε μείγμα προβιοτικών και πρεβιοτικών επί 12 εβδομάδες και λήφθηκαν δείγματα αίματος. Η ομάδα που λάμβανε προβιοτικά παρουσίασε μειωμένα επίπεδα ουσιών που θεωρείται ότι είναι δείκτες για κίνδυνο καρκίνου.

Συμπέρασμα

Οι πληροφορίες σε αυτό το άρθρο συνοψίζονται στον Πίνακα 1.

Θετικές έρευνες Πόσο ισχυρές ενδείξεις; Μέσος όρος οφελών από τα προβιοτικά Λοιπά σχόλια
Λοιμώδης διάρροια >25¹ Πολύ ισχυρές, με σχεδόν όλες τις μελέτες θετικές². 2000 συμμετέχοντες. Η διάρκεια της διάρροιας μειώθηκε κατά 31 ώρες³. Οι περισσότερες έρευνες πραγματοποιήθηκαν σε παιδιά. Τα προβιοτικά μειώνουν τόσο την ιογενή όσο και την βακτηριακή λοίμωξη.
Νεκρωτική Κολίτιδα 9⁴ Ισχυρές, με όλες τις μελέτες θετικές. 1400 συμμετέχοντες. Η συχνότητα των σοβαρών περιστατικών μειώθηκε κατά τα δύο τρίτα. Η ΝΚ είναι επικίνδυνη πάθηση, συχνή στα πρόωρα νεογνά.
Δυσανεξία στη λακτόζη >20⁵ Ισχυρές, με το γιαούρτι να εμφανίζεται ως ισχυρότερο προβιοτικό. Η λακτόζη και τα συμπτώματα δυσανεξίας μειώθηκαν κατά τα δύο τρίτα. Τα βακτήρια του γιαουρτιού (L. bulgaricus and S. thermophilus) ήταν πολύ βοηθητικά.
Διάρροια σχετιζόμενη με αντιβιοτικά 13⁶ Καλές, αλλά κάποιες έρευνες απέτυχαν. Η συχνότητα μει’ωθηκε στο μισό. Οι υψηλότερες δόσεις έχουν μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα.
Ελκώδης κολίτιδα 7⁷ Καλές, αλλά μία έρευνα απέτυχε. Επιμηκυσμένη ύφεση ισάξια με την καθιερωμένη φαρμακευτική αγωγή. Κάποια στοιχεία για μείωση της ενεργής νόσου.
Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου 7¹˒⁸ Μεικτά αποτελέσματα, με τις πιο πρόσφατες έρευνες θετικές. Τα συμπτώματα μειώθηκαν, ειδικά το φούσκωμα και ο μετεωρισμός. Χρειάζονται μελέτες μεγαλύτερης κλίμακας.
Γαστρίτιδα και έλκη στομάχου 3¹˒⁹ Παρόμοιος αριθμός θετικών και ουδέτερων ερευνών. Η καθιερωμένη φαρμ/κή αγωγή ήταν πιο αποτελεσματική στην εξάλειψη του H. pylori. Σταθερά λιγότερς παρενέργειες από τα φάρμακα.
Δυσκοιλιότητα 5¹⁰ Μέτρια βελτίωση. 20-50% αύξηση των κενώσεων. Τα πρεβιοτικά μπορεί επίσης να βοηθούν.
Καρκίνος του ορθού 1¹¹ Κάποιοι δείκτες μειώθηκαν. Θετικές μελέτες σε ζώα. Ο κίνδυνος καρκίνου μειώθηκε στο μισό σε δέκα έρευνες σε ζώα¹². Τα πρεβιοτικά μπορεί επίσης να βοηθούν.

Βιβλιογραφικές αναφορές

  1. Floch MH & Montrose DC. 2005. Use of Probiotics in Humans: An Analysis of Literature. Gastroenterology Clinics of North America 34: 547-570.
  2. Allen SJ, Okoko B, Martinez E, Gregorio G, Dans LF. 2003. Probiotics for treating acute infectious diarrhoea. Cochrane Database of Systematic Reviews 4: CD003048.pub 2.
  3. Lemberg DA, Ooi CE & Day AS. 2007. Probiotics in paediatric gastrointestinal diseases. Journal of Paediatrics and Child Health 43: 331-336.
  4. AlFaleh KM & Bassler D. 2008. Probiotics for prevention of necrotizing enterocolitis in preterm infants. Cochrane Database of Systematic Reviews, Issue 1, Art. No.: CD005496.
  5. de Vrese M, Stegelmann A, Richter B, Fenselaw S, Laue C, Schrezenmeir J. 2001. Probiotics – compensation for lactase insufficiency. American J. Clinical Nutr 73: 421S-429S.
  6. Johnston BC, Supina AL, Ospina M, Vohra S. 2007 Probiotics for the prevention of pediatric antibiotic-associated diarrhea (Review) Cochrane Database of Systematic Reviews 2: CD004827.pub2.
  7. Rioux KP & Fedorak RN. 2006. Probiotics in the Treatment of Inflammatory Bowel Disease. Journal of Clinical Gastroenterology 40: 260-263.
  8. Spiller R. 2008. Review article: probiotics and prebiotics in irritable bowel syndrome. Alimentary Pharmacology & Therapeutics 28: 385-396.
  9. Lesbros-Pantoflickova D, Corthesy-Theulaz I & Blum AL. 2007 Helicobacter pylori and Probiotics. The Journal of Nutrition 137: 812S-818S.
  10. Fernandez-Banares F. 2006. Nutritional care of the patient with constipation. Best Practice & Research Clinical Gastroenterology 20: 575-587.
  11. Rafter J, Bennett M, Caderni G, Clune Y, Hughes R, Karlsson PC, Klinder A, O’Riordan M, O’Sullivan GC, Pool-Zobel B, Rechkemmer G, Roller M, Rowland I, Salvadori M, Thijs H, Van Loo J, Watzl B, Collins JK. 2007. Dietary synbiotics reduce cancer risks in polypectomised and colon cancer patients. American J. Clinical Nutr 85: 488-496.
  12. Rowland I. 2004 Probiotics & colorectal cancer risk. British J. Nutr 91: 805