ΦΛΕΓΜΟΝΩΔΗΣ ΝΟΣΟΣ ΤΟΥ ΕΝΤΕΡΟΥ (ΦΝΕ)

Η φλεγμονώδης νόσος του εντέρου είναι ένας  γενικός όρος ο οποίος καλύπτει διάφορες καταστάσεις στις οποίες το έντερο πάσχει από έντονη φλεγμονή. Οι δύο κύριες μορφές της είναι η νόσος του Crohn και η ελκώδης κολίτιδα (US). Η φλεγμονώδης νόσος του εντέρου (IBD)  δεν πρέπει να συγχέεται με το σύνδρομο του ευερέθιστου εντέρου (IBS). Το σύνδρομο  αυτό  αποτελεί μια τελείως διαφορετική κατάσταση, στην οποία το έντερο δεν εχει υποστεί βλάβη.

Η νόσος του Crohn και η ελκώδης κολίτιδα είναι χρόνιες καταστάσεις, και παρόλο που συνήθως εκδηλώνονται στην αρχή της εφηβείας, μπορούν να εμφανιστούν σε οποιαδήποτε ηλικία. Τα κυριότερα συμπτώματα είναι διάρροια, πόνος και αίμα στα κόπρανα. Επί του παρόντος, δεν υπάρχει καμία άμεση θεραπεία. Εναλλακτικά, άλλες θεραπείες περιλαμβάνουν  μια σειρά από φάρμακα , τα οποία μειώνουν την φλεγμονή και μόνο σε σοβαρές περιπτώσεις απαιτείται αφαίρεση του κατεστραμμένου τμήματος του εντέρου.

Υπάρχουν τρεις βασικοί παράγοντες που σχετίζονται με την φλεγμονώδη νόσο του εντέρου και θεωρούνται ότι είναι υπεύθυνοι για την εντερική φλεγμονή. Αυτοί οι παράγοντες είναι η γενετική, το ανοσοποιητικό σύστημα και η μικροχλωρίδα του εντέρου. Έχει γίνει πρόσφατα σαφές ότι οι ασθένειες αυτές επικεντρώνονται στα ανοσοποιητικά κύτταρα και στους ιστούς του εντέρου, οι οποίοι αντιδρούν εσφαλμένα στη φυσιολογική μικροχλωρίδα του εντέρου.

Σε ανθρώπινες μελέτες, έχει παρατηρηθεί μία ανισορροπία στα βακτήρια του παχέος εντέρου, συμπεριλαμβανομένης μίας μείωσης σε δυνητικά προστατευτικούς μικροοργανισμούς όπως το Bifidobacteria spp. και το Lactobacilli spp. Επίσης, παρατηρήθηκε μια αύξηση παθογόνων οργανισμών όπως το Escherichia coli σε συνδυασμό με τη φλεγμονή του εντερικού βλεννογόνου, που έχουν ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη αλλοίωσης στα τοιχώματα του εντέρου (1).

Η θεωρία που χρησιμοποιείται για να εξηγήσει τη βακτηριακή συμμετοχή στη φλεγμονώδη νόσο του εντέρου, είναι η εξής: ένας παθογόνος οργανισμός, πιθανόν βακτήριο, φθάνει στο έντερο σε μεγάλους αριθμούς και ενεργοποιεί το ανοσοποιητικό σύστημα, αλλά αντί να σταματήσει όταν ο παθογόνος έχει νικηθεί, η φλεγμονή συνεχίζεται σαν να ήταν ακόμη παρόντες οι επικίνδυνοι εισβολείς (2). Πιστεύεται ότι αυτή η φλεγμονή συνεχίζεται εξαιτίας της λανθασμένης αντίδρασης του ανοσοποιητικού συστήματος στην φυσιολογική μικροχλωρίδα του εντέρου.

Η έναρξη της φλεγμονής συμβαίνει όταν ένας παθογόνος μικροοργανισμός περάσει μέσα από τον βλεννογόνο του εντερικού τοιχώματος. Σε φυσιολογικές καταστάσεις τα επιθηλιακά κύτταρα σχηματίζουν στενές συνδέσεις και επιτρέπουν μόνο σε μικρά θρεπτικά σωματίδια που έχουν περάσει από τη διαδικασία της πέψης να εισέλθουν. Ασθενείς με φλεγμονή του εντέρου έχουν αυξημένη διαπερατότητα του εντέρου (σύνδρομο διαρρέοντος εντέρου), το οποίο επίσης επιτρέπει στα βακτήρια να διαπεράσουν το εντερικό τοίχωμα.

Πιστεύεται ότι αν η εισαγωγή των ωφέλιμων βακτηρίων, μπορεί να αλλάξει τους τύπους των βακτηρίων στο έντερο, τότε μπορεί να είναι σε θέση να μεταβάλλει την απόκριση του ανοσοποιητικού συστήματος του εντέρου στη μικροχλωρίδα του. Με άλλα λόγια, εάν αυξηθεί ο αριθμός των ωφέλιμων βακτηρίων και μειωθεί ο αριθμός των παθογόνων βακτηρίων, τότε το ανοσοποιητικό σύστημα μπορεί να αντιδράσει με το σωστό τρόπο και να μην προκληθεί συνεχής φλεγμονή. Η θεραπεία με ζωντανά βακτήρια έχει αποδειχθεί ότι μειώνει την εντερική φλεγμονή και την φλεγμονώδη απόκριση σε πειραματικά μοντέλα κολίτιδας καθώς επίσης μειώνει τα συμπτώματα και τις φλεγμονές σε ασθενείς που υποφέρουν  από φλεγμονώδη νόσο του εντέρου (3).

Τα στοιχεία δείχνουν ότι η αύξηση του αριθμού των ωφέλιμων βακτηρίων στο λεπτό έντερο και το κόλον μπορεί να βελτιώσει την υγεία των ασθενών που πάσχουν από φλεγμονώδη νόσο του εντέρου. Το αποτέλεσμα μπορεί να περιλαμβάνει μια μείωση στη σοβαρότητα των συμπτωμάτων, μεγαλύτερες περιόδους ύφεσης και βελτιωμένη λειτουργία του ανοσοποιητικού. Οι ασθενείς μπορεί επίσης να είναι σε θέση να μειώσουν την φαρμακευτική αγωγή τους και ακόμη και να καθυστερήσουν ή να αποτρέψουν, την ανάγκη για χειρουργική επέμβαση.