ΜΠΟΡΟΥΝ ΤΑ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΑ ΠΡΟΒΙΟΤΙΚΩΝ ΝΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΟΥΝ ΤΙΣ ΛΟΙΜΩΞΕΙΣ ΤΟΥ ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ;

NATALIE LAMB Dip NT

Τεχνική Σύμβουλος της Probiotics International Ltd.

Τι είναι οι λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος;

Οι Λοιμώξεις του Ουροποιητικού Συστήματος (ΛΟΣ) είναι βακτηριακές λοιμώξεις οποιουδήποτε τμήματος της ουροφόρου οδού, οι οποίες συνήθως προκαλούν φλεγμονή. Οι βακτηριακές λοιμώξεις της κύστης ή των ουρητήρων είναι κοινώς γνωστές ως κυστίτιδες. Άλλες συγκεκριμένες μορφές ΛΟΣ περιλαμβάνουν την ουρηθρίτιδα (φλεγμονή της ουρήθρας) και την πυελονεφρίτιδα (φλεγμονή της πυέλου και του νεφρικού παρεγχύματος) και θεωρούνται πιο σοβαρές. Εάν μείνουν αθεράπευτες, μπορεί να οδηγήσουν σε σοβαρές επιπλοκές όπως νεφρική βλάβη ή ακόμη και θάνατο.

Στα συνηθισμένα συμπτώματα των ΛΟΣ περιλαμβάνονται:

  • Δυσουρία – επώδυνη ενούρηση, συχνά με οξύ πόνο ή αίσθηση καψίματος
  • Συχνή ή επείγουσα ανάγκη για ενούρηση – συχνά πολύ μικρών ποσοτήτων ούρων
  • Νυχτουρία – επιθυμία για ενούρηση το βράδυ
  • Μη φυσιολογικό χρώμα ούρων- θολό
  • Άσχημη ή έντονη μυρωδιά ούρων
  • Αιματουρία – αίμα στα ούρα
  • Πυουρία – πύον στα ούρα
  • Πόνος χαμηλά στην πλάτη ή στην κοιλιά
  • Πυρετός, ρίγη, ναυτία και εμετός (αν εξαπλωθούν στους νεφρούς)
  • Πιθανή εγκεφαλική σύγχυση, ιδίως σε άτομα μεγάλης ηλικίας

 

Ευπαθείς ομάδες

Αν και οποιοσδήποτε μπορεί να προσβληθεί από μία ΛΟΣ, αυτές εμφανίζονται πολύ συχνότερα στις γυναίκες από ότι στους άνδρες, πιθανότατα λόγω του μικρότερου μήκους της ουρήθρας¹ (τα βακτήρια έχουν να διανύσουν μικρότερη απόσταση προτού εισέλθουν στην κύστη) και της σχετικά μικρής απόστασης μεταξύ της εισόδου της ουρήθρας και του πρωκτού². Περισσότερες από τις μισές γυναίκες στη Μεγ. Βρετανία θα περάσουν μία ουρολοίμωξη στη ζωή τους και το 25% θα έχει επαναλαμβανόμενα επεισόδια. Τα περιστατικά πρωτοεμφανιζόμενων ουρολοιμώξεων είναι συχνότερα κατά τον πρώτο μήνα της ζωής και μειώνονται σε συχνότητα όσο προχωράει η παιδική ηλικία⁵. Οι ΛΟΣ είναι συχνές στα παιδιά, προσβάλλοντας το 5-10% των παιδιών, με επαναλαμβανόμενα επεισόδια στο 10-30% των περιπτώσεων, προκαλώντας ένα δυσάρεστο και συχνά εμπύρετο διάστημα ασθένειας⁶.Τα περιστατικά ΛΟΣ καταγράφουν και πάλι αύξηση της συχνότητάς τους με την αύξηση της ηλικίας, ιδίως στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες⁷.

 

Αιτίες ουρολοιμώξεων

Τα περισσότερα παθογόνα μικρόβια που προκαλούν ΛΟΣ κατευθύνονται προς την ουρήθρα από το παχύ έντερο (το τέλος του γαστρεντερικού σωλήνα – ΓΕ), όμως μία ΛΟΣ μπορεί να προκληθεί και από επίμονα παθογόνα μικρόβια στην περιοχή του κόλπου²˒⁸. Ταξιδεύουν κατά  μήκος του συνεχιζόμενου επιθηλίου στον ουροφόρο σωλήνα, την κύστη και μετά στους ουρητήρες και στους νεφρούς². Μερικές φορές στην πυελονεφρίτιδα η μεταφορά τους προς το ουροποιητικό σύστημα μπορεί να γίνεται μέσω της κυκλοφορίας του αίματος². Οι μικροοργανισμοί του γένους Lactobacillus που κυριαρχούν στον κόλπο των υγιών γυναικών είναι γνωστοί για το ότι εμποδίζουν τα ουροπαθογόνα από το να εισέλθουν στο ουροποιητικό σύστημα⁹, ενώ η τακτική ενούρηση είναι αμυντικός μηχανισμός ενάντια στις ανιούσες ΛΟΣ¹ (δηλ. ΛΟΣ με κατεύθυνση προς τους νεφρούς).

Η μεγάλη πλειοψηφία των ΛΟΣ προκαλείται από ένα βακτηριακό είδος. Περισσότερες από 80% των ΛΟΣ προκαλούνται από το αρνητικό κατά Gram βακτήριο Escherichia coli (E. Coli)¹⁰˒¹¹˒¹². Ένας αριθμός βακτηριακών στελεχών E.coli ανήκει στη μόνιμη χλωρίδα του εντέρου² και είναι γνωστό ότι αυτά τα στελέχη ζουν αρμονικά, σε μικρές μονάδες μέσα στο σύστημα του γαστρεντερικού σωλήνα (ΓΕ). Πιθανώς όταν οι περιβαλλοντικές συνθήκες επιτρέπουν την υπερανάπτυξή τους να μετατρέπονται σε καιροσκοπικά παθογόνα¹³. Τα βακτήρια χρειάζεται να έχουν τη δυνατότητα να προσκολληθούν κατά μήκος του βλεννογόνου της κύστης, των νεφρών ή της εισόδου της ουρήθρας, προκειμένου να μπορέσουν να πολλαπλασιαστούν και να προκαλέσουν λοίμωξη με τον αποικισμό τους. Οι διάφορες εχθρικές μορφές του E.coli έχουν τη δυνατότητα να προσκολλώνται στους υποδοχείς υδατανθράκων της επιφάνειας των επιθηλιακών κυττάρων του ουροποιητικού συστήματος, λόγω των ειδικών προσκολλητινών (adhesins) που διαθέτουν. Αυτές οι προσκολλητίνες (πρωτεΐνες που διευκολύνουν την προσκόλληση των βακτηρίων σε άλλα κύτταρα) εντοπίζονται στο άκρο των τριχοειδών ινιδίων που προεξέχουν από την επιφάνεια του E.coli¹⁴. Η παρεμπόδιση αυτής της προσκόλλησης των βακτηρίων αποτελεί ως εκ τούτου σημαντική στρατηγική για τη διαχείριση των ΛΟΣ.

 

Πιθανοί παράγοντες κινδύνου

Πιθανοί παράγοντες κινδύνου που θα μπορούσαν να αυξήσουν την πιθανότητα μιας ΛΟΣ είναι:

  • Ιστορικό προηγούμενων ΛΟΣ (στην περίπτωση που οι προηγούμενες παθογόνες αποικίες δεν έχουν εξαλειφθεί πλήρως από την προηγηθείσα θεραπεία ή εφόσον οι προδιαθεσικοί για την ασθένεια παράγοντες εξακολουθούν να υπάρχουν)²˒⁷
  • Εάν η πρώτη ΛΟΣ εμφανιστεί πριν τα 15 έτη ζωής και υπάρχει ιστορικό ΛΟΣ στη μητέρα
  • Συχνές σεξουαλικές επαφές ή εναλλαγή σεξουαλικού συντρόφου³˒⁷
  • Ατελές άδειασμα της κύστης. Η μεγάλη αναμονή προτού πάμε στην τουαλέτα επιφέρει αδυναμία του μυός της κύστης, διακεκομμένη και παρεμποδισμένη ροή ούρων²
  • Λήψη αντισυλληπτικών (αντισυλληπτικά χάπια λαμβανόμενα από το στόμα, προφυλακτικά, διάφραγμα ή σπερματοκτόνα)³˒⁷
  • Εγκυμοσύνη και μετα-εμμηνόπαυση (πιθανότατα οφείλεται στη μείωση των επιπέδων οιστρογόνων, η οποία επηρεάζει την κολπική χλωρίδα μειώνοντας τους πληθυσμoύς Lactobaccili)⁷
  • Τακτική χρήση αντιβιοτικών, κορτικοστεροειδών και ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων⁷.
  • Μείωση των κολπικών πληθυσμών Lactobacilli¹⁵
  • Καθετηριασμός (μπορεί να μεταφέρει απευθείας βακτήρια στην κύστη και να προκαλέσει βλάβες στους βλεννογόνους)²
  • Μειωμένη άμυνα του οργανισμού του ξενιστή, σακχαρώδης διαβήτης, ανεπαρκής ανοσία όπως πχ σε ασθενείς με AIDS.

 

Συμβατική θεραπεία

Η θεραπεία των ΛΟΣ που δεν έχουν παρουσιάσει επιπλοκές παραμένει απαράλλαχτη εδώ και πολλά χρόνια, και συνήθως περιλαμβάνει μία σύντομης διάρκειας θεραπευτική αγωγή με αντιβιοτικά (τα οποία κατά προτίμηση καθορίζονται με βάση τα βακτήρια που ανιχνεύονται στην εξέταση ούρων του ασθενούς). Τα αντιβιοτικά είναι πολύ αποτελεσματικά, όμως υπάρχει αυξανόμενη ανησυχία για το αν η συχνή χρήση τους οδηγεί σε ανθεκτικότητα των μικροβίων απέναντι στην επίδραση του αντιβιοτικού, αντίσταση η οποία φθάνει έως και το 20% των περιστατικών ουρολοιμώξεων για συγκεκριμένες αντιμικροβιακές ουσίες¹². Σε πολλά περιστατικά οι υποτροπές, οι ανεπιθύμητες ενέργειες (διάρροια, κατάθλιψη, πονοκέφαλοι και νεφρική ανεπάρκεια) και οι δευτερεύουσες λοιμώξεις είναι συχνές¹⁶. Επίσης η χλωρίδα από τα ευεργετικά βακτήρια που φιλοξενούνται στο ανθρώπινο  σώμα είναι πιθανό να καταστραφεί από τα αντιβιοτικά, επιτρέποντας και σε άλλα παθογόνα βακτήρια να αναπτυχθούν επιλεκτικά¹⁷.

Οι επαναλαμβανόμενες λοιμώξεις (περισσότερες από τρεις σε έναν χρόνο) είναι γνωστές σαν ΕΛΟΣ. Η θεραπεία τους περιλαμβάνει την παροχή συμβουλών υγείας και τη μακρόχρονη λήψη χαμηλής δόσης αντιβιοτικών για την παρεμπόδιση του βακτηριακού αποικισμού κατά μήκος του σωλήνα του ουροποιητικού συστήματος. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται από την παρατεταμένη χρήση αντιβιοτικών περιλαμβάνουν: προβλήματα του Γαστρεντερικού σωλήνα (ΓΕ), μολύνσεις με candida, ανάπτυξη ανθεκτικών στα αντιβιοτικά βακτηριακών στελεχών¹⁸ και πιθανότητα μονίμων νεφρικών αλλοιώσεων⁶.

 

Άλλες διαθέσιμες επιλογές αντιμετώπισης

Η λοίμωξη τείνει να επανεμφανίζεται εκτός και εάν αναιρεθούν οι παράγοντες που δημιουργούν την προδιάθεση². Οι ακόλουθες προτάσεις αλλαγής του τρόπου ζωής μπορούν να ληφθούν υπόψη ώστε τα ευαίσθητα άτομα να μειώσουν τον κίνδυνο να προσβληθούν από ΛΟΣ ή να εμφανίσουν υποτροπή μετά το τέλος της θεραπείας, αλλά και να αντιμετωπίσουν καλύτερα μία ενεργή ΛΟΣ:

  • Αποφύγετε την κολπική διείσδυση μέχρι την αποδρομή της λοίμωξης.
  • Να πλένεστε τοπικά πριν και μετά, και να ουρείτε κατευθείαν μετά τη σεξουαλική επαφή ώστε να εξαλείψετε τυχόν νέα, εισερχόμενα βακτήρια.
  • Να πίνετε 3 λίτρα νερό την ημέρα στις οξείες φάσεις μίας ΛΟΣ και 2-3 λίτρα μετά από την αρχική περίοδο της λοίμωξης (για να βοηθήσετε στην έκπλυση των βακτηρίων από την κύστη)¹
  • Να διατηρείτε τη γεννητική περιοχή καθαρή και να σκουπίζεστε με φορά από μπροστά προς τα πίσω
  • Να αποφεύγετε να συγκρατείτε τα ούρα για μεγάλο χρονικό διάστημα
  • Να φοράτε βαμβακερά εσώρουχα και να αποφεύγετε τα παντελόνια με στενή εφαρμογή
  • Να αποφεύγετε τα αρωματικά σαπούνια, τα αποσμητικά κόλπου, τα μαντηλάκια γυναικείας υγιεινής και τα ταμπόν².

 

Στοιχεία για τα οφέλη των προβιοτικών

Η ικανότητα των προβιοτικών να παρεμβαίνουν στην αντιμετώπιση της ουρολοίμωξης μελετάται εδώ και καιρό και πλέον υποστηρίζεται από αυξανόμενο αριθμό κλινικών δεδομένων, για ολοένα και μεγαλύτερο αριθμό συγκεκριμένων προβιοτικών στελεχών. Υπάρχει στενή συσχέτιση μεταξύ της απώλειας της φυσιολογικής μικροχλωρίδας της γεννητικής περιοχής, ιδίως των ειδών Lactobacillus, και των αυξημένων περιστατικών ΛΟΣ, γι’ αυτό και η αναπλήρωσή τους θεωρείται ευεργετική¹⁹.

Πρόσφατη έρευνα στον Καναδά υποδεικνύει ότι οι προβιοτικοί λακτοβάκιλλοι βελτιώνουν την ουρογεννητική υγεία με πολλούς διαφορετικούς μηχανισμούς, συμπεριλαμβανομένης της προσαρμογής του ανοσοποιητικού συστήματος, του περιορισμού της ανόδου των παθογόνων μικροοργανισμών από το ορθό και της ανάμειξης στον αποικισμό και την επιβίωση των παθογόνων μικροοργανισμών²⁰.Έχει αποδειχθεί σε πειράματα in vitro ότι τα είδη Lactobacillus plantarum και Lactobacillus rhamnosus αναστέλλουν την επικόλληση των E.coli στο τοίχωμα του ΓΕ σωλήνα, επάγοντας την παραγωγή μουκίνης (μίας κολλώδους ουσίας που καλύπτει τα επιθηλιακά κύτταρα και είναι γνωστό ότι αναστέλλει την επικόλληση παθογόνων)²¹. Μελέτη in vitro του 2011 στο Πανεπιστήμιο του Reading κατέδειξε επίσης ότι δύο ακόμη στελέχη,  τα Lactobacillus acidophilus PXN35 και Lactobacillus plantarum PXN47 έχουν καλή αντιβακτηριακή δράση στην αναστολή της ανάπτυξης του E.coli²².

Τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή μελέτη, με χρήση εικονικού φαρμάκου (RCT) το 2006 έδειξε ότι όταν δοθούν σε συγκεκριμένες δόσεις από το στόμα τα είδη Lactobacillus rhamnosus (1 x 109 CFU / 1 billion) και Lactobacillus reuteri (1 x 109 CFU / 1 billion) έχουν την ικανότητα να επαναφέρουν τους κολπικούς πληθυσμούς των ειδών Lactobacillus μετά τη χρήση αντιβιοτικών ή μετά από λοιμώξεις σε ποσοστό 96%, συγκριτικά με το 53% των ομάδων ελέγχου²³.

Μελέτη που πραγματοποιήθηκε στη Φινλανδία το 2003 σε 139 γυναίκες με υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις και 185 γυναίκες χωρίς ουρολοίμωξη, έδειξε ότι η λήψη μέσω της τροφής προϊόντων ζύμωσης του γάλακτος που περιείχαν προβιοτικά βακτήρια, σε συχνότητα μεγαλύτερη από τρεις φορές την εβδομάδα, σχετιζόταν με μειωμένο κίνδυνο επαναλαμβανόμενων ΛΟΣ²⁴. Πρόσφατη μελέτη στο Seattle το 2011 χορήγησε σε 100 νέες γυναίκες με ΕΛΟΣ αντιμικροβιακά και μετά τυχαιοποίησε την ομάδα ώστε να χρησιμοποιήσουν ενδοκολπικά υπόθετα που περιείχαν είτε προβιοτικά στελέχη Lactobacillus είτε εικονικό φάρμακο, σε δόση αρχικά μία φορά την ημέρα για 5 μέρες και στη συνέχεια μία φορά την εβδομάδα για 10 εβδομάδες. ΕΛΟΣ παρατηρήθηκαν στο 15% των γυναικών που λάμβαναν τους λακτοβάκιλλους σε αντίθεση με το 27% της ομάδας εικονικού φαρμάκου. Τα υψηλά επίπεδα κολπικού αποικισμού των στελεχών Lactobacillus καθόλη τη διάρκεια της επανεξέτασης συσχετίστηκαν με σημαντική μείωση των ΕΛΟΣ.

Η θεραπεία με προβιοτικά έχει αποδειχθεί ασφαλής και το 2001 η επιστημονική ομάδα Reid κ.ά. πρότεινε ότι για την αποκατάσταση και διατήρηση της υγιούς ουρογεννητικής μικροχλωρίδας, φαίνεται να απαιτούνται από το στόμα δόσεις περίπου 1 x 109 CFU (1 billion)  ζωντανών βακτηρίων μία ή δύο φορές την εβδομάδα ή περισσότερο από 1 x 108 CFU (100 million) την ημέρα²⁵.

Τα ενθαρρυντικά αποτελέσματα των παραπάνω ερευνών ευνοούν την πιθανότητα να είναι τα συμπληρώματα προβιοτικών ωφέλιμα για τη διατήρηση της υγείας του ουροποιητικού συστήματος και σίγουρα γεννούν την ανάγκη για περαιτέρω κλινικές δοκιμές.

 

Στοιχεία για τα οφέλη του Cranberry

Η κατανάλωση χυμού cranberry προτείνεται εδώ και πολύ καιρό για την πρόληψη και θεραπεία των ουρολοιμώξεων. Αρχικά υπήρχε η πεποίθηση ότι η όξινη φύση των cranberry (περιέχουν ιππουρικό οξύ), δημιουργούσε όξινο περιβάλλον στα ούρα (οξίνιση), δυσμενές για την ανάπτυξη των παθογόνων²⁶. Πλέον έχουμε κατανοήσει ότι τα cranberry περιέχουν συγκεκριμένα συστατικά που εμποδίζουν  τα βακτήρια E.coli να επικολληθούν στα επιθηλιακά κύτταρα του ουροποιητικού, μειώνοντας έτσι την πιθανότητα να αναπτυχθεί λοίμωξη μέσω του πολλαπλασιασμού τους¹⁴.

Πιστεύεται ότι συγκεκριμένα συστατικά του Cranberry μεταβάλλουν το E.coli με διάφορους τρόπους, με αποτέλεσμα τη μείωση της προσκολλητικής του ικανότητας, π.χ. συνδέονται ενεργά με τις προσκολλητίνες στα ινίδια των βακτηρίων, ώστε να εμποδίσουν την προσκόλλησή τους στους υποδοχείς της επιφάνειας των επιθηλιακών κυττάρων του ουροποιητικού⁴. Υπάρχουν στοιχεία που υποδεικνύουν ότι αυτά τα δραστικά συστατικά μειώνουν επίσης την παραγωγή των προσκολλητινών, αλλάζοντας το σχήμα και το μήκος του βακτηρίου και των ινιδίων του²⁷, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η ικανότητά των βακτηρίων να επικοινωνούν χημικά μεταξύ τους²⁸.

Το πρώτο από αυτά τα συστατικά είναι ο μονοσακχαρίτης φρουκτόζη, συστατικό όλων των φρουτοχυμών, ο οποίος αποδείχτηκε ότι αναστέλλει τις τύπου 1 (ευαίσθητες ως προς τη μαννόζη) προσκολλήσεις των ινιδίων του E.coli. To δεύτερο δραστικό συστατικό του cranberry είναι μία συμπυκνωμένου τύπου ταννίνη που ονομάζεται Προανθοκυανιδίνη (PAC). Δρά αναστέλλοντας τις προσκολλήσεις των Ρ-ινιδίων (ανθεκτικές ως προς τη μαννόζη) του E.coli²˒²⁹˒³⁰. Συνήθως αυτού του τύπου οι προσκολλήσεις των Ρ-ινιδίων (ανθεκτικές ως προς την μαννόζη) του E.coli σχετίζονται με τις ΛΟΣ³¹.

Οι προανθοκυανιδίνες (στο εξής PACs) είναι φυσικά συστατικά που παράγονται από τα φυτά ως μηχανισμός άμυνας. Επιστημονικά έχουν ταυτοποιηθεί δύο τύποι PAC, οι τύπου-Α και οι τύπου-Β. Οι τύπου-Β  PACs είναι μόρια με απλούς χημικούς δεσμούς, τα οποία απαντώνται σε κοινές διατροφικές πηγές, όπως τα σταφύλια, η σοκολάτα και τα μήλα, όμως δεν υπάρχουν στοιχεία για πιθανή αντιμικροβιακή τους δράση³². Λιγότερο κοινές είναι οι τύπου-Α PACs, οι οποίες περιέχουν διαφορετικού είδους διαφλαβονοειδείς χημικούς δεσμούς στο μόριό τους και αποτελούν το δραστικό συστατικό στις έρευνες για τη δράση του cranberry κατά της προσκόλλησης του E.coli.⁴. Από τις έρευνες προκύπτουν ενδείξεις για το ότι οι τύπου-Α προανθοκυανιδίνες του cranberry έχουν καλή απορρόφηση από το έντερο και παραμένουν ενεργές στο ουροποιητικό σύστημα και στο ορθό⁴˒³⁰.

 

Περίληψη δημοσιευμένων κλινικών δεδομένων για το cranberry

Σημαντικός αριθμός κλινικών μελετών παρέχει ενθαρρυντικά στοιχεία για την αποτελεσματικότητα του cranberry στην πρόληψη των ΛΟΣ, μερικά από τα οποία επισημαίνονται παρακάτω.

Μία σύνοψη από τον Cochrane όλων των ερευνητικών κλινικών δοκιμών με προϊόντα cranberry που είχαν πραγματοποιηθεί μέχρι το 2007, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα προϊόντα cranberry (πόσιμα και σε μορφή κάψουλας), μείωναν σημαντικά τη συχνότητα των περιστατικών ΛΟΣ μέσα σε διάστημα 12 μηνών σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο²⁸.

Υπό το φως της ανάπτυξης μικροβιακών στελεχών ανθεκτικών στα αντιβιοτικά, υπάρχει αυξανόμενο ενδιαφέρον για τεχνικές που θα μπορούσαν να μειώσουν τη βακτηριακή προσκόλληση στις ΛΟΣ, αντί να θανατώνουν τα βακτήρια. Το 2002, η ερευνητική ομάδα Howell και συνεργάτες έδειξε ότι ένα ανθεκτικό στα αντιβιοτικά στέλεχος E.coli, με Ρ-ινίδια και παθογόνο για το ουροποιητικό σύστημα, έχασε την ικανότητα προσκόλλησής του στους κυτταρικούς υποδοχείς της κύστης, μετά την επώασή του σε ούρα ανθρώπων οι οποίοι είχαν καταναλώσει 240ml χυμού cranberry (με 30mg PACs). Πρόληψη της προσκόλλησης παρατηρήθηκε στο 80% των 39 στελεχών   E.coli με Ρ-ινίδια  και στο 79% των 24 στελεχών που ήταν ανθεκτικά στα αντιβιοτικά. Η αντι-προσκολλητική δραστηριότητα ήταν εμφανής στα ούρα μέσα σε διάστημα 2 ωρών και εξακολουθούσε επί έως και 10 ώρες³³.

Περαιτέρω έρευνες σχετικά με τη χρήση αντιβιοτικών ισχυροποίησαν την παραπάνω θέση. Το 2002 ο Stothers μελέτησε 150 γυναίκες για 12 μήνες. Τόσο ο χυμός cranberry (250ml τρεις φορές την ημέρα) όσο και οι ταμπλέτες cranberry μείωσαν σημαντικά τον αριθμό των ασθενών που προσβλήθηκαν από ΛΟΣ (νόσησαν 20% και 18% αντίστοιχα) σε σχέση με το εικονικό φάρμακο (νόσησαν 32%). Η συνολική κατανάλωση αντιβιοτικών ήταν μικρότερη και στις δύο ομάδες που λάμβαναν cranberry σε σύγκριση με την ομάδα που λάμβανε placebo, συμπεραίνοντας ότι οι ταμπλέτες cranberry παρείχαν την καλύτερη σχέση κόστους-απόδοσης για την πρόληψη των ΛΟΣ³⁴. Πιο πρόσφατα, το 2009, η επιστημονική ομάδα McMurdo και συνεργάτες διεξήγαγε 6μηνη κλινική μελέτη σε 137 ηλικιωμένες γυναίκες με ΕΛΟΣ, με σκοπό να συγκρίνουν την αποτελεσματικότητα στην πρόληψη των ΛΟΣ μεταξύ της χρήσης cranberry και αντιβιοτικών.  Το χρονικό διάστημα μέχρι την εκδήλωση της πρώτης υποτροπής ΛΟΣ δεν διέφερε σημαντικά μεταξύ των δύο ομάδων, όμως τα αντιβιοτικά είχαν περισσότερες παρενέργειες και στην ομάδα τους σημειώθηκαν περισσότερα περιστατικά αποχώρησης ασθενών από τη μελέτη³⁵.

Ορισμένοι συγγραφείς αναφέρουν ότι η χαμηλότερη δόση PACs cranberry τύπου-Α που παρουσιάζει αντιπροσκολλητική δράση είναι τα 36mg. Μία σημαντική δοσοεξαρτώμενη μείωση της προσκολλητικής ικανότητας του E.coli στα ουροεπιθηλιακά κύτταρα  σημειώθηκε σε δοκιμή in vitro και in vivo στη Γαλλία το 2008 από την επιστημονική ομάδα Lavigne και συνεργάτες, μετά την πρόσληψη 36 mg και 108 mg  cranberry PACs τύπου-A σε μορφή κάψουλας³⁶. Μία πιο πρόσφατη ερευνητική κλινική μελέτη από την επιστημονική ομάδα Howell και συνεργάτες το 2010 με 32 εθελοντές χρησιμοποίησε καψουλοποιημένες δόσεις τιτλοδοτημένες ώστε να αποδίδουν 18, 36 ή 72 mg PACs τύπου-Α. Τα αποτελέσματα έδειξαν σημαντική αντιπροσκολλητική δράση στα βακτήρια που ανιχνεύθηκαν στα δείγματα ούρων των εθελοντών που είχαν καταναλώσει τις κάψουλες cranberry σε σύγκριση με την ομάδα που έλαβε εικονικό φάρμακο. Αυτή η αναστολή της προσκόλλησης ήταν ξεκάθαρα δοσοεξαρτώμενη και διαρκούσε περισσότερο με τις μεγαλύτερες δόσεις. Τα συγκεκριμένα αποτελέσματα έδωσαν έμφαση στο γεγονός ότι για να επιτευχθεί η αντιπροσκολλητική δράση στα βακτήρια, αρκεί η ημερήσια κατανάλωση 36mg cranberry PACs (με μέγιστη απόδοση περίπου 6 ώρες μετά την κατάποση), ενώ η δόση των 72mg μπορεί να προσφέρει 24ωρη προστασία³⁷.

Η επεξεργασία του cranberry μπορεί να επηρεάσει την περιεκτικότητα σε PACs τύπου-Α³⁸, επιδρώντας έτσι και στην τελική αντιπροσκολλητική δραστηριότητα κατά των βακτηρίων⁴. Για αυτόν τον λόγο είναι πολύ σημαντική η σωστή τιτλοδότηση ως προς PACs τύπου-Α κατά την παραγωγή προϊόντων cranberry. Ο χυμός cranberry υφίσταται μεγαλύτερη επεξεργασία από τα εκχυλίσματα cranberry, τα οποία είναι πιθανότερο να περιέχουν περισσότερες ενεργές PACs τύπου-Α και συχνά έως και 20  φορές λιγότερη ζάχαρη, καμία οξύτητα και καμία στυφή γεύση. Η καθημερινή κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων χυμού cranberry είναι συχνά δύσκολη, ιδίως για τους μεγαλύτερους ανθρώπους, γεγονός που καθιστά τις κάψουλες πιο ελκυστικές³⁹.

Σε αρκετές έρευνες το cranberry εξακολουθεί να αποδεικνύεται χρήσιμο εργαλείο για την καθημερινή αντιμετώπιση των ουρολοιμώξεων. Η χορήγησή του σε μορφή κάψουλας, ελάχιστης περιεκτικότητας 36mg cranberry PACs τύπου-Α, προτείνεται ως μία πιο σταθερή τεχνική επεξεργασίας και προτιμητέα μορφή λήψης.

 

Στοιχεία για τα οφέλη της Βιταμίνης Α

Η βιταμίνη Α απέσπασε πρόσφατα την έγκριση από την EFSA (European Food Safety Authority – Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφάλειας Τροφίμων) του ισχυρισμού περί επιδράσεων στην υγεία (Health Claim), για το ότι «συνεισφέρει στη φυσιολογική λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος».

Η βιταμίνη Α είναι γνωστή ως η βιταμίνη κατά των λοιμώξεων από τη δεκαετία του 1920⁴⁰. Έχει αποδειχθεί ότι αυξάνει την αποτελεσματικότητα της ανοσολογικής απάντησης στις μολύνσεις όταν ο φραγμός του επιθηλίου του γαστρεντερικού σωλήνα (ΓΕ) έχει διαρρηχθεί⁴¹. ΄Εχει επίσης αποδειχθεί ότι ρυθμίζει την ανάπτυξη και διαφοροποίηση των κυττάρων του ΓΕ επιθηλίου. Ο φραγμός του ΓΕ βλεννογόνου, που αποτελεί σημαντικό συστατικό του εγγενούς ανοσοποιητικού συστήματος, θεωρείται η πρώτη γραμμή αμυντικής υπεράσπισης του οργανισμού, μιας και αποτελεί το φράγμα μεταξύ του εξωτερικού και του εσωτερικού περιβάλλοντος, παρέχοντας προστασία από εξωτερικές τοξίνες και παθογόνα. Μία διαταραχή στην ακεραιότητα του ΓΕ επιθηλίου έχει αποδειχθεί ότι αποτελεί έναν από τους κύριους παράγοντες που σχετίζονται με την αυξημένη συχνότητα λοιμώξεων κατά τη διάρκεια έλλειψης βιταμίνης Α⁵˒⁴²˒⁴³, υποδεικνύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ότι η διατήρηση του υγιούς επιθηλιακού φραγμού αποτελεί σημαντική στρατηγική στη διαχείριση των ΛΟΣ.

Μελέτη του 2009 από την επιστημονική ομάδα Amit-Romach και συνεργάτες έδειξε ότι η έλλειψη βιταμίνης Α συνδέεται με αλλαγές στην ισορροπία της μικροχλωρίδας του ΓΕ. Τα επίπεδα των λακτοβάκιλλων μειώνονταν, τα επίπεδα E.coli αυξάνονταν και η δυναμική της μουκίνης μεταβαλλόταν σημαντικά⁴².

Το 2005 εκπονήθηκε ερευνητική κλινική μελέτη σε 24 ασθενείς με ΕΛΟΣ, οι οποίοι βρίσκονταν υπό 10ημερη αντιβιοτική αγωγή. 12 από τους ασθενείς έλαβαν συμπληρωματικά μία μεμονωμένη δόση 200.000iu βιταμίνης Α. Αυτό οδήγησε σε σημαντική μείωση των λοιμώξεων κατά τους πρώτους 6 μήνες, κατά μέσον όρο 3,58 έως 0,75 φορές, συγκριτικά με το 2,75 έως 2,83 της ομάδας ελέγχου. Οι συγγραφείς κατέληξαν στο ότι τα συμπληρώματα βιταμίνης Α πιθανώς έχουν επικουρική δράση στη θεραπεία των ΕΛΟΣ⁴⁴.

Περίληψη των δημοσιευμένων μεταξύ Ιανουαρίου 2007 και Ιουνίου 2008 μελετών που αξιολογεί τις θεραπευτικές παρεμβάσεις για την πρόληψη των ΛΟΣ στα παιδιά, επισήμανε ότι η επικουρική χορήγηση βιταμίνης Α, προβιοτικών και cranberry έδινε συνολικά θετικότερα αποτελέσματα σε σύγκριση με την προφυλακτική χρήση αντιβιοτικών⁶.

Χρειάζεται να διεξαχθούν περισσότερες έρευνες πάνω στο συγκεκριμένο πεδίο, αλλά με βάση τον υποστηρικτικό ρόλο της βιταμίνης Α στο ανοσοποιητικό σύστημα, στην προστασία του φραγμού του επιθηλιακού βλεννογόνου και στη μικροχλωρίδα του εντέρου, η βιταμίνη Α αναδεικνύεται ως σημαντικός παράγοντας στη διατήρηση της υγείας του ουροποιητικού συστήματος.

Βιβλιογραφικές αναφορές

  1. Osiecki H. 2006. The Physician’s Handbook of Clinical Nutrition, Seventh Edition. Bio Concepts, QLD, Australia. pp378.
  2. Gould BE. 2006. Pathophysiology for the Health Professions, Third Edition. Elsevier, Toronto, Canada. pp504-506.
  3. Scholes D, Hooton TM, Roberts PL, Stapleton AE, Gupta K, Stamm WE. 2000. Risk factors for recurrent urinary tract infection in young women. J Infect Dis. 182(4):1177-82.
  4. Howell A, B. 2007. Bioactive compounds in cranberries and their role in prevention of urinary tract infections. Mol. Nutr. Food Res.
  5. P:732-737. 5. James-Ellison MY, Roberts R, Verrier-Jones K, Williams JD, Topley N. 1997. Mucosal immunity in the urinary tract: changes in sIgA, FSC and total IgA with age and in urinary tract infection. Clin Nephrol. 48(2):69-78.
  6. Williams G, Craig JC. 2009. Prevention of recurrent urinary tract infection in children. Curr Opin Infect Dis. 22(1):72-6.
  7. Raz R. 2011. Urinary tract infection in postmenopausal women. Korean J Urol. 52(12):801-8.
  8. George NJR. 2004. Urinary tract infection. In ‘The Scientific Basis of Urology’ 2nd edition. (Mundy AR. et al, eds.) Taylor & Francis, London. pp165-203.
  9. Reid G, Bruce AW. 2006. Probiotics to prevent urinary tract infections: the rationale and evidence. World J Urol. 24(1):28-32.
  10. Ronald A. 2003. The etiology of urinary tract infection: traditional and emerging pathogens. Dis Mon. 49(2):71-82.
  11. Nicolle LE. 2008. Uncomplicated urinary tract infection in adults including uncomplicated pyelonephritis. The Urological Clinics of North America. 35(1):1–12, v.
  12. Gupta K, Scholes D, Stamm WE. 1999. Increasing prevalence of antimicrobial resistance among uropathogens causing acute uncomplicated cystitis in women. JAMA (The Journal of the American Medical Association). 281(8):736-8.
  13. Cartwright P. 2011. Probiotic Allies. How to Maximise the Health Benefits of your Microflora. Prentice Publishing, Ilford. pp85-87.
  14. Ofek I, Goldhar J, Zafriri D, Lis H, Adar R, Sharon N. 1991. Anti-Escherichia coli adhesin activity of cranberry and blueberry juices. N Engl J Med. 324(22):1599.
  15. Amdekar S, Singh V, Singh DD. 2011. Probiotic therapy: immunomodulating approach toward urinary tract infection. Curr Microbiol. 63(5):484-90.
  16. Reid G. 2002. Probiotics for urogenital health. Nutr Clin Care. 5(1):3-8.
  17. Borchert D, Sheridan L, Papatsoris A, Faruquz Z, Barua JM, Junaid I, Pati Y, Chinegwundoh F, Buchholz N. 2008. Prevention and treatment of urinary tract infection with probiotics: Review and research perspective. Indian J Urol. 24(2):139-44.
  18. McMurdo MET, Argo I, Phillips G, Daly F, Davey P. 2008. Cranberry or trimethoprim for the prevention of recurrent urinary tract infections? A randomised control in older women. Journal of Antimicrobial Chemotherapy. 63 pp389-395.
  19. Stapleton AE, Au-Yeung M, Hooton TM, Fredricks DN, Roberts PL, Czaja CA, YarovaYarovaya Y, Fiedler T, Cox M, Stamm WE. 2011. Randomized, placebo-controlled phase 2 trial of a Lactobacillus crispatus probiotic given intravaginally for prevention of recurrent urinary tract infection. Clin Infect Dis. 52(10):1212-7.
  20. Reid G, Dols J, Miller W. 2009. Targeting the vaginal microbiota with probiotics as a means to counteract infections. Curr Opin Clin Nutr Metab Care. 12(6):583-7.
  21. Mack DR, Michail S, Wei S, McDougall L, Hollingsworth MA. 1999. Probiotics inhibit enteropathogenic E. coli adherence in vitro by inducing intestinal mucin gene expression. Am J Physiol. 276(4 Pt 1):G941-50.
  22. Probiotics International Limited. Data on file.
  23. Anukam K, Osazuwa E, Ahonkhai I, Ngwu M, Osemene G, Bruce AW, Reid G. 2006. Augmentation of antimicrobial metronidazole therapy of bacterial vaginosis with oral probiotic Lactobacillus rhamnosus GR-1 and Lactobacillus reuteri RC-14: randomized, double-blind, placebo-controlled trial. Microbes Infect. 8(6):1450-4.
  24. Kontiokari T, Laitinen J, Järvi L, Pokka T, Sundqvist K, Uhari M. 2003. Dietary factors protecting women from urinary tract infection. Am J Clin Nutr. 77(3):600-4. 25. Reid G, Beuerman D, Heinemann C, Bruce AW. 2001. Probiotic Lactobacillus dose required to restore and maintain a normal vaginal flora. FEMS Immunol Med Microbiol. 32(1):37-41.
  25. Bodel PT, Cotran R, Kass EH. 1959. Cranberry juice and the antibacterial action of hippuric acid. J Lab Clin Med. 54:881-8.
  26. Liu Y, Black M A, Caron L, Camesano TA. 2006. Role of Cranberry Juice on MolecularScale Surface Characteristics and Adhesion Behavior of Escherichia coli. Biotechnology and Bioengineering. 93(2) p:297-305.
  27. Jepson RG, Craig JC. 2008. Cranberries for preventing urinary tract infections. Cochrane Database Syst Rev. (1):CD001321.
  28. Howell AB, Vorsa N, Der Marderosian A, Foo LY. 1998. Inhibition of the adherence of P-fimbriated Escherichia coli to uroepithelial-cell surfaces by proanthocyanidin extracts from cranberries. N Engl J Med. 339(15):1085-6.
  29. Howell AB, Foxman B. 2002. Cranberry juice and adhesion of antibiotic-resistant uropathogens. JAMA. 287(23):3082-3.
  30. Dowling KJ, Roberts JA, Kaack MB. 1987. P-fimbriated Escherichia coli urinary tract infection: a clinical correlation. South Med J. 80(12):1533-6.
  31. Zafriri D, Ofek I, Adar R, Pocino M, Sharon N. 1989. Inhibitory activity of cranberry juice on adherence of type 1 and type P fimbriated Escherichia coli to eucaryotic cells. Antimicrob Agents Chemother. 33(1):92-8.
  32. Howell AB, Reed JD, Krueger CG, Winterbottom R, Cunningham DG, Leahy M. 2005. A-type cranberry proanthocyanidins and uropathogenic bacterial anti-adhesion activity. Phytochemistry. 66(18):2281-91.
  33. Stothers L. 2002. A randomized trial to evaluate effectiveness and cost effectiveness of naturopathic cranberry products as prophylaxis against urinary tract infection in women. Can J Urol. 9(3):1558-62.
  34. McMurdo ME, Argo I, Phillips G, Daly F, Davey P. 2009. Cranberry or trimethoprim for the prevention of recurrent urinary tract infections? A randomized controlled trial in older women. J Antimicrob Chemother. 63(2):389-95.
  35. Lavigne JP, Bourg G, Combescure C, Botto H, Sotto A. 2008. In-vitro and in-vivo evidence of dose-dependent decrease of uropathogenic Escherichia coli virulence after consumption of commercial Vaccinium macrocarpon (cranberry) capsules. Clin Microbiol Infect. 14(4):350-5.
  36. Howell AB, Botto H, Combescure C, Blanc-Potard AB, Gausa L, Matsumoto T, Tenke P, Sotto A, Lavigne JP. 2010. Dosage effect on uropathogenic Escherichia coli anti-adhesion activity in urine following consumption of cranberry powder standardized for proanthocyanidin content: a multicentric randomized double blind study. BMC Infect Dis. 10:94.
  37. Prior RL, Lazarus SA, Cao G, Muccitelli H, Hammerstone JF. 2001. Identification of procyanidins and anthocyanins in blueberries and cranberries (Vaccinium spp.) using highperformance liquid chromatography/mass spectrometry. J Agric Food Chem. 49(3):1270-6.
  38. Juthani-Mehta M, Perley L, Chen S, Dziura J, Gupta K. 2010. Feasibility of cranberry capsule administration and clean-catch urine collection in long-term care residents. J Am Geriatr Soc. 58(10):2028-30.
  39. Semba RD. 1999. Vitamin A as an anti-infective therapy, 1920 – 1940. J. Nutr. 129(4):783–91.
  40. Friedman A, Sklan D .1989. Antigen-specific immune response impairment in the chick as influenced by dietary vitamin A. J. Nutr. 119:790–95.
  41. Amit-Romach E, Uni Z, Cheled S, Berkovich Z, Reifen R. 2009. Bacterial population and innate immunity-related genes in rat gastrointestinal tract are altered by vitamin A-deficient diet. J Nutr Biochem. 20(1):70-7.
  42. Chandra RK. 1988. Increased bacterial binding to respiratory epithelial cells in vitamin A deficiency. BMJ. 297(6652):834–5.
  43. Yilmaz A, Bahat E, Yilmaz GG, Hasanoglu A, Akman S, Guven AG. 2007. Adjuvant effect of vitamin A on recurrent lower urinary tract infections. Pediatr Int. 49(3):310-3.

 

Σχετικά με την συγγραφέα

Natalie Lamb Dip NT, MBANT

H Natalie πιστοποιήθηκε ως διατροφική θεραπεύτρια μετά από τριετή φοίτηση στο Τμήμα Διατροφικής Θεραπευτικής του Κολλεγίου Φυσικοπαθητικής Ιατρικής του Λονδίνου (CNM) και έγινε πλήρως πιστοποιημένο μέλος της Βρετανικής Ένωσης Διατροφικών Θεραπευτών  (BANT) το 2009. Η Natalie έβλεπε ασθενείς σε ιδιωτική κλινική του Λονδίνουσε καθεστώς ημιαπασχόλησης επί 2 χρόνια, πριν προστεθεί στο δυναμικό της Probiotics International Ltd το 2011. Η Natalie αποφοίτησε το 2000 από το Πανεπιστήμιο της Κεντρικής Αγγλίας με πτυχίο στην Διοίκηση Επιχειρήσεων και πέρασε περισσότερα από 10 χρόνια δουλεύοντας σε βιομηχανίες στον χώρο της διατροφής και της υγείας, ασχολούμενη με διάφορα αντικείμενα, από την ανάλυση έρευνας αγοράς για λογαριασμό κατασκευαστών τροφίμων και ποτών έως την προετοιμασία και σερβίρισμα φαγητού στη βιομηχανία εστίασης. Επί 5 χρόνια η Natalie εργάστηκε με βρετανική αντικαρκινική ένωση, βοηθώντας τους στο πρόγραμμα ενημέρωσης του κοινού και στην έρευνα και προετοιμασία άρθρων για το κοινό και τους επαγγελματίες υγείας. Η Natalie πλέον απασχολείται ως Τεχνική σύμβουλος στο τμήμα ανθρώπινων προϊόντων της Protexin.