ΜΠΟΡΟΥΝ ΤΑ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΑ ΠΡΟΒΙΟΤΙΚΩΝ ΝΑ ΜΕΙΩΣΟΥΝ ΤΑ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΤΗΣ CANDIDA;

ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΤΟ 1/3 ΤΩΝ ΥΓΙΩΝ ΑΤΟΜΩΝ ΦΕΡΟΥΝ ΤΟΝ ΜΥΚΗΤΑ CANDIDA ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ, ΤΟ ΕΝΤΕΡΟ Ή ΤΟΝ ΚΟΛΠΟ¹˒²˒³˒⁴

Αυτή η πληθωρική παρουσία του, χωρίς συμπτώματα, σημαίνει ότι η Candida μπορεί να θεωρηθεί μέλος της φυσιολογικής μικροχλωρίδας του ανθρώπου. Οι μικροχλωρίδες είναι κοινότητες μικροσκοπικών οργανισμών που ζουν μαζί μας για το σύνολο της ζωής μας, και είναι ευεργετικές για την υγεία μας.

Υπό ορισμένες συνθήκες, ωστόσο, ο μύκητας Candida μπορεί να προκαλέσει μολυσματική ασθένεια, η οποία μερικές φορές μπορεί να πάρει πολύ σοβαρή μορφή. Πώς μπορεί ένας μικροοργανισμός, παρότι είναι μέλος της μικροχλωρίδας μας, να προκαλέσει ασθένεια;

PETER CARTWRIGHT MSC MA

Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση δεν είναι ακόμη γνωστή με ακρίβεια, μία εκδοχή όμως, είναι ότι η Candida παρέχει κάποια οφέλη στον ξενιστή, γι’αυτό και γίνεται δεκτή. Εναλλακτικά μπορεί να οφείλεται στο ότι η Candida είναι παθογόνο μικρόβιο που εξουδετερώνεται πολύ δύσκολα, όμως ελέγχεται από την φυσιολογική μικροχλωρίδα. Καθώς μέχρι αυτή τη στιγμή δεν έχουμε καταφέρει να εντοπίσουμε κάποιο όφελος που παρέχει η παρουσία της Candida στον ανθρώπινο οργανισμό, η δεύτερη εξήγηση φαίνεται πιθανότερη.

Για τους περισσότερους ανθρώπους η Candida αποτελεί μικρό κίνδυνο, επειδή ο μύκητας  αποτελεί ένα πολύ μικρό ποσοστό του συνολικού πληθυσμού της μικροχλωρίδας. Κάποιες μελέτες έχουν δείξει ότι σε ένα γραμμάριο από περιεχόμενο του παχέος εντέρου είναι παρόντα μόλις 3-4.000 κύτταρα Candida. Αυτός είναι ένας πολύ μικρός αριθμός σε σύγκριση με τα δισεκατομμύρια των βακτηρίων που ανιχνεύονται στην ίδια ποσότητα εντερικού περιεχομένου²˒³˒⁴˒⁶.

Παρά τον σχετικά μικρό κίνδυνο από την ύπαρξη της Candida στη μικροχλωρίδα και την ανάπτυξη νέων αντιμυκητιασικών φαρμάκων, η συχνότητα των λοιμώξεων από Candida εξακολουθεί να αυξάνεται, ειδικά στους ενδονοσοκομειακούς ασθενείς⁷. Για παράδειγμα, μέσα σε διάστημα 13 ετών (1980-1992) σημειώθηκε 5πλάσια αύξηση λοιμώξεων με μικροβιαιμία που οφείλνται σε Candida στα νοσοκομεία των ΗΠΑ.

Για να κατανοήσουμε τον λόγο που αυτό συμβαίνει, είναι απαραίτητο να εξετάσουμε τον μύκητα Candida με μεγαλύτερη λεπτομέρεια.

Γιατί αποτελεί η Candida ένα τόσο ενοχλητικό, καιροσκοπικό παθογόνο;

Ως μύκητας που είναι, η Candida διαφέρει από τη μεγάλη πλειοψηφία των μικροβίων της ανθρώπινης μικροχλωρίδας, τα οποία είναι βακτήρια. Τα βακτήρια διαθέτουν προκαρυωτικά κύτταρα (δεν περιέχουν πυρήνα ή άλλα οργανίδια), ενώ οι μύκητες διαθέτουν ευκαρυωτικά κύτταρα, τα οποία αποτελούν πιο σύνθετη μορφή κυττάρου, πλησιέστερη από εξελικτική άποψη στο ανθρώπινο κύτταρο. Η τόσο μεγαλύτερη πολυπλοκότητα καθιστά την Candida μικρόβιο που δημιουργεί προβλήματα όταν μεταλλαχθεί στην παθογόνο του μορφή.

H Candida albicans είναι το είδος που ευθύνεται για την πλειοψηφία των λοιμώξεων, όμως υπάρχουν και άλλα είδη Candida,όπως τα Candida glabrata, Candida parapsilosis και Candida tropicalis, τα οποία είναι επίσης παθογόνα για τον άνθρωπο⁸.

Λεζάντα: Η Candida στη μορφή μαγιάς της θεωρείται φυσιολογικό στοιχείο της εντερικής μικροχλωρίδας, όταν είναι παρούσα σε μικρές ποσότητες.

 

Ένας από τους λόγους που η Candida είναι τόσο επίμονο παθογόνο, είναι το ότι μπορεί να υπάρξει με δύο μορφές. Τον περισσότερο καιρό υπάρχει ως μονοκυττάρια μαγιά, όμως κάποιες φορές μεταλλάσσεται σε μυκήλλιο (ένα δίκτυο λεπτών ινών). Η μορφή μαγιάς μπορεί να ρέει πιο εύκολα στα υγρά, και η μορφή μυκηλλίου μπορεί να μετακινείται πιο εύκολα μεταξύ των κυττάρων των ανθρώπινων ιστών, διεισδύοντας μέσω μικροσωλήνων που αναπτύσσει (γνωστοί ως μυκητιασικές υφές). Υπάρχει επίσης και μία τρίτη, ενδιάμεση μορφή, γνωστή ως ψευδο-υφή, που συγκροτείται από «κορδόνια» επιμηκυσμένων κυττάρων μαγιάς, δομές οι οποίες επίσης εμφανίζουν διεισδυτική ικανότητα⁹. Αυτές οι διαφορετικές μορφές του μύκητα ενδέχεται να συνυπάρχουν όλες ταυτόχρονα.  Η ικανότητά του να αλλάζει μορφή με μεγάλη ταχύτητα¹⁰, διευκολύνει την Candida στο να αντιστέκεται στους διαφορετικούς αμυντικούς μηχανισμούς του σώματος.

Λεζάντα: Η πολυκυτταρική μορφή της Candida της επιτρέπει να αντικρούει ευκολότερα τους αμυντικούς μηχανισμούς του σώματος.

 

Οι λοιμώξεις με candida (καντιντιάσεις) προκαλούν δύο κύριους τύπους ασθένειας: επιφανειακή και συστηματική. Η επιφανειακή λοίμωξη εκδηλώνεται είτε στο στόμα είτε στον κόλπο και είναι γνωστή ως «άφθα» και «μυκητιασική κολπίτιδα» αντίστοιχα. Εκδηλώνεται με την ανάπτυξη ενός λευκού, κνησμώδους επιφανειακού στρώματος, καθώς επίσης και με κολπικές εκκρίσεις⁵. Οι επιφανειακές καντιντιάσεις ενδέχεται να εκδηλωθούν και στο δέρμα, ιδίως σε σημεία που διπλώνει το σώμα και στις πτυχώσεις του δέρματος, περιοχές όπου κατεξοχήν συγκεντρώνεται υγρασία.

Η συστηματική καντιντίαση περιλαμβάνει την είσοδο κυττάρων Candida στην κυκλοφορία του αίματος, μέσω της οποίας μπορούν να δημιουργήσουν αποικίες σχεδόν σε οποιοδήποτε μέρος του σώματος. Μία τέτοια είσοδος μέσω του δέρματος ή των βλεννογόνων συμβαίνει συνήθως, όταν υπάρχει κάποια βλάβη σε αυτές τις επιφάνειες. Η συστηματική καντιντίαση είναι απειλητική για τη ζωή και είναι εξαιρετικά δύσκολο να θεραπευτεί.

Η αύξηση της συχνότητας των μυκητιάσεων με Candida πιθανότατα οφείλεται, εν μέρει, στη μεγαλύτερη χρήση των αντιβιοτικών ευρέως φάσματος που διαταράσσουν τη μικροχλωρίδα. Μελέτες in vitro έχουν δείξει ότι η μικροχλωρίδα του παχέος εντέρου μειώνει τους πληθυσμούς του γένους Candida¹¹, και in vivo μελέτες έχουν δείξει ότι η χρήση αντιβιοτικών ευρέως φάσματος αυξάνει τον κίνδυνο καντιντιασικής λοίμωξης⁴˒⁶˒¹². Τα αντιβιοτικά σκοτώνουν ή καταστέλλουν τα βακτήρια, ενώ αφήνουν ανενόχλητους τους μύκητες. Με τα βακτήρια της εντερικής μικροχλωρίδας σε διαταραγμένη ισορροπία, παρουσιάζεται ευκαιρία να αυξηθεί σημαντικά ο αριθμός στελεχών Candida.

Ένας άλλος παράγοντας αυξημένης συχνότητας των λοιμώξεων από Candida είναι η μεγαλύτερη χρήση κορτικοστεροειδών και άλλων ανοσοκατασταλτικών παραγόντων, φαρμάκων που μεταβάλλουν τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος¹³. Η συσχέτιση τέτοιων συστηματικών λοιμώξεων με ένα αδύναμο ανοσοποιητικό σύστημα διαφαίνεται και από το γεγονός ότι οι ασθενείς με λευχαιμία παρουσιάζουν αυξημένα επίπεδα ειδών Candida spp.¹⁴ και οι ασθενείς με HIV είναι πολύ πιθανότερο να αναπτύξουν καντιντίαση.

Η αύξηση των λοιμώξεων από Candida μπορεί επίσης να οφείλεται στην επίδραση της «υπερβολικής υγιεινής». Σύμφωνα με την συγκεκριμένη θεωρία, η αύξηση των ασθενειών που προκύπτουν από δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος (άσθμα, έκζεμα, αυτοάνοσες ασθένειες) οφείλεται στην απουσία κατάλληλης έκθεσης στα μικρόβια σε μικρή ηλικία. Η τελευταία εκδοχή αυτής της θεωρίας υποστηρίζει ότι η εντερική μικροχλωρίδα παρουσιάζει έλειμμα σε συγκεκριμένα μικρόβια, όπως οι ελμινθικοί σκώληκες, οι οποίοι είναι σημαντικοί από εξελικτική άποψη για τη σωστή ανάπτυξη του ανοσοποιητικού μας συστήματος. Αν στα νεογνά δεν υπάρξει η κατάλληλη διέγερση των λυμφοειδών ιστών του εντέρου από τη χλωρίδα του εντέρου, υπάρχει περίπτωση το ανοσοποιητικό τους σύστημα να μην λειτουργεί επαρκώς στη μετέπειτα ζωή τους.

Με δεδομένους αυτούς τους πιθανούς παράγοντες πίσω από τις  μολύνσεις με Candida, δεν αποτελεί έκπληξη το ότι ένας αριθμός ειδικών έχουν συμπεράνει πως το πιο σημαντικό στοιχείο για την αποφυγή μιας καντιντίασης είναι η διατήρηση μιας ισορροπημένης μικροβιακής χλωρίδας και ενός υγιούς ανοσοποιητικού συστήματος²˒¹³. Αυτό οδήγησε τους ανθρώπους στο να εξετάσουν την χρήση προβιοτικών, επειδή αυτά τα ωφέλιμα μικρόβια είναι ικανά στο να αποκαθιστούν τη διαταραγμένη μικροχλωρίδα και στο να βελτιώνουν την ανοσοποιητική λειτουργία.

Στοιχεία για τα οφέλη των προβιοτικών

Υπάρχει ένας αριθμός κλινικών μελετών που εξετάζουν την επίδραση των προβιοτικών στην κολπική καντιντίαση. Μία ομάδα γυναικών με επαναλαμβανόμενες κολπικές καντιντιάσεις κατανάλωσε γιαούρτι το οποίο περιείχε Lactobacillus acidophilus επί 6 μήνες και παρουσίασε τριπλάσια μείωση των λοιμώξεων σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου¹⁵.

Σε μία πιο πρόσφατη, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη δοκιμή, ένα προβιοτικό λαμβανόμενο από το στόμα που αποτελούνταν από δύο είδη Lactobacillus (τα Lactobacillus rhamnosus και Lactobacillus reuter) βελτίωσε σημαντικά την αποτελεσματικότητα του αντιμυκητιασικού φαρμάκου. Οι κολπικές εκκρίσεις μειώθηκαν, όπως και ο αριθμός των κυττάρων Candida¹⁶.

Υπήρξαν επίσης δύο μελέτες στις οποίες τα προβιοτικά χορηγήθηκαν κολπικά. Το ένα περιείχε L. Rhamnosus και το άλλο L. Acidophilus. Και τα δύο επέδειξαν όφελος, ενώ στη δεύτερη μελέτη, ο κίνδυνος ανάπτυξης καντιντίασης μειώθηκε κατά το ήμισυ¹⁷.

Πραγματοποιήθηκε επίσης μία τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη δοκιμή σε 80 πρόωρα βρέφη, η οποία εξέταζε την πρόληψη καντιντιάσεων. Η Candida μπορεί να αποτελέσει σημαντική απειλή για τη ζωή τέτοιων βρεφών με υποανάπτυκτο ανοσοποιητικό σύστημα. Η ομάδα βρεφών που έλαβε L. Rhamnosus επί 6 εβδομάδες ήταν σημαντικά λιγότερο πιθανό να παρουσιάσει αποικισμό του εντέρου της από Candida (23% σε σχέση με 49% της ομάδας ελέγχου)¹⁸.

Διαφορετικά είδη

Ένας αριθμός διαφορετικών ειδών προβιοτικών χρησιμοποιήθηκαν στις παραπάνω μελέτες, οπότε πόσο σημαντικός παράγοντας είναι ο τύπος των ειδών που χρησιμοποιούνται σε ένα προβιοτικό συμπλήρωμα; Εξ ορισμού, το κάθε είδος βακτηρίου έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Για την ακρίβεια, ακόμη και μέσα στο ίδιο είδος, κάποια στελέχη συμπεριφέρονται ελαφρώς διαφορετικά. Αυτός είναι και ο λόγος που είναι αναμενόμενο κάποια προβιοτικά βακτήρια να είναι πιο αποτελεαματικά ενάντια στην Candida από άλλα.

Επιπλέον, οι μηχανισμοί μέσω των οποίων μας ωφελούν τα προβιοτικά βακτήρια ποικίλουν ευρέως. Αυτό δεν θα έπρεπε να προκαλεί έκπληξη, δεδομένου ότι έχουμε να κάνουμε με έναν ζωντανό οργανισμό (το βακτήριο), ο οποίος αλληλεπιδρά με κύτταρα ενός άλλου οργανισμού (άνθρωπος). Οι πολύπλοκοι μεταβολισμοί και οι επιφανειακές δομές τους είναι σίγουρο ότι θα αποτελέσουν μεγάλο φάσμα πιθανών επιρροών.

Η σημασία των χρησιμοποιούμενων ειδών προβιοτικών αναδεικνύεται σε μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε ποντίκια, στην οποία χρησιμοποιήθηκαν τέσσερα διαφορετικά είδη προβιοτικών. Δύο από τα είδη προβιοτικών (τα Bifidobacterium animalis και L. acidophilus) αποδείχτηκαν αποτελεσματικότερα σε σχέση με τα άλλα δύο (L. reuteri και Lactobacillus casei) στον έλεγχο της Candida¹⁹.

Συμπέρασμα

Δυστυχώς, οι μελέτες καλής ποιότητας σε σχέση με τη χρήση των προβιοτικών κατά της καντιντίασης είναι ακόμη σχετικά σπάνιες, με αποτέλεσμα να μην έχει διαμορφωθεί ακόμη ξεκάθαρη εικόνα για το ποιά είναι τα πλέον επιθυμητά χαρακτηριστικά ενός προβιοτικού είδους που θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε κατά της Candida. Σε αναμονή περαιτέρω ερευνών, ένα συμπλήρωμα προβιοτικών καλής ποιότητας, το οποίο περιέχει πολλαπλά είδη προβιοτικών στελεχών αποτελεί αυτή τη στιγμή την καλύτερη επιλογή.

Βιβλιογραφικές αναφορές

  1. Ruhnke M. 2002. Skin and Mucous Membrane Infections. In Candida and Candidiasis (Calderone, R.A., ed.) ASM Press, Washington, D.C., U.S.A.: 307-325.
  2. Bernhardt H. & Knoke M. 1997. Mycological Aspects of Gastrointestinal Microflora. Scandinavian Journal of Gastroenterology 32 Suppl 222: 102-106.
  3. Ott SJ, Kuhbacher T, Musfeldt M, Rosenstiel P, Hellmig S, Rehman A, Drews O, Weichert W, Timmis KN, Schreiber S. 2008. Fungi and inflammatory bowel diseases: alterations of composition & diversity. Scandinavian Journal of Gastroenterology 43: 831-841.
  4. Samonis G, Gikas A, Anaissie EJ, Vrenzos G, Maraki S, Tselentis Y, Bodey GP. 1993 Prospective Evaluation of Effects of Broad-Spectrum Antibiotics on Gastrointestinal Yeast Colonisation of Humans. Antimicrobial Agents and Chemotherapy 37: 51-53.
  5. MacCallum D. 2007. Candida albicans: New Insights in Infection, Disease and Treatment. In New Insights in Medical Mycology (Kavanagh, K., ed.). Springer, Dordrecht, The Netherlands: 99-129.
  6. Mavromanolakis E, Maraki S, Cranidis A, Tselentis Y, Kontoyiannis DP, Samonis G. 2001. The Impact of Norfloxacin, Ciprofloxacin and Ofloxacin on Human Gut Colonisation by Candida albicans. Scandinavian Journal of Infectious Diseases 33: 477-478.
  7. Lewis RE & Klepser ME. 1999. The changing face of nosocomial candidemia: Epidemiology, resistance, & drug therapy. American Journal of Health-system Pharmacy 56: 525-533.
  8. Pfaller MA & Diekema DJ. 2007. Epidemiology of invasive candidiasis: a persistent public health problem. Clinical Microbiology Reviews 20: 133-163.
  9. Gow NAR, Brown AJP & Odds FC. 2002. Fungal morphogenesis and host invasion. Current Opinion in Microbiology 5: 366-371.
  10. Dignani MC, Solomkin JS & Anaissie EJ. 2003. Candida. In Clinical Mycology (Anaissie EJ, McGinnis MR & Pfaller MA, eds.). Churchill Livingstone, Philadelphia, U.S.A: 195-239.
  11. Matthews HL & Witek-Janusek L. 2002. Host Defense against Oral, Esophageal, and Gastrointestinal Candidiasis. In Candida and Candidiasis (Calderone, R.A., ed.). ASM Press, Washington, D.C., U.S.A.: 179-192
  12. Krause R, Schwab E, Bachhiesl D, et al. 2001. Role of Candida in Antibiotic-associated Diarrhea. The Journal of Infectious Diseases 184: 1065-1069.
  13. Mitchell TG. 2004. Medical Mycology. In Jawetz, Melnick & Adelberg’s Medical Microbiology (Brooks GF, Butel JS & Morse SA, eds.). Lange Medical Books/McGraw-Hill, New York, U.S.A.: 623-659.
  14. Tomoda T, Nakano Y & Kageyama T. 1988. Intestinal Candida Overgrowth and Candida Infection in Patients with Leukemia: Effect of Bifidobacterium Administration. Bifidobacteria and Microflora 7: 71-74.
  15. Hilton E, Isenberg HD, Alperstein P, France K, Borenstein MT. 1992. Ingestion of Yogurt Containing Lactobacillus acidophilus as Prophylaxis for Candidal Vaginitis. Annals of Internal Medicine 116: 353-357.
  16. Martinez R, Franceschini S, Patta M, Quintana SM, Candido RC, Ferreira JC, De Martinis EC, Reid G. 2009. Improved treatment of vulvovaginal candidiasis with fluconazole plus probiotic Lactobacillus rhamnosus GR-1 and Lactobacillus reuteri RC-14. Letters in Applied Microbiology 48: 269-274.
  17. Falagas ME, Betsi GI & Athanasiou S. 2006. Probiotics for prevention of recurrent vulvovaginal candidiasis: a review. Journal of Antimocrobial Chemotherapy 58: 266-272.
  18. Manzoni P, Mastert M, Leonessa ML, Priolo C, Farina D, Monetti C, Latino MA, Gomirato G. 2006. Supplementation with Lactobacillus casei Subspecies rhamnosus Prevents Enteric Colonisation by Candida Species in Pre-term Neonates: A Randomised Study. Clinical Infectious Diseases 42: 1735-1742.
  19. Wagner RD, Pierson C, Warner T, Dohnalek M, Farmer J, Roberts L, Hilty M, Balish E. 1997. Biotherapeutic Effects of Probiotic Bacteria on Candidiasis in Immunodeficient Mice. Infection and Immunity 65: 4165-4172